Σε αύξηση των βασικών της επιτοκίων κατά 0,25% προχώρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σηματοδοτώντας την πρώτη ανοδική παρέμβαση στο κόστος χρήματος από το 2023. Με τη σημερινή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διαμορφώνεται πλέον στο 2,25%, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.
Η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε από τις επικαιροποιημένες εκτιμήσεις του βασικού σεναρίου των εμπειρογνωμόνων, οι οποίες προβλέπουν ότι ο γενικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 3,0% το 2026, προτού υποχωρήσει σε 2,3% το 2027 και σε 2,0% το 2028. Αναφορικά με τον δομικό πληθωρισμό (χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής), η πρόβλεψη κάνει λόγο για 2,5% το 2026 και το 2027, και για 2,2% το 2028.
Σε σύγκριση με τις αντίστοιχες προβολές του περασμένου Μαρτίου, οι εμπειρογνώμονες προχώρησαν σε ανοδική αναθεώρηση για τα έτη 2026 και 2027. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην περαιτέρω άνοδο των τιμών της ενέργειας, η οποία σε έναν βαθμό αναμένεται να μετακυλήσει στις τιμές των ειδών διατροφής, των αγαθών και των υπηρεσιών.
Επιβράδυνση της ανάπτυξης και γεωπολιτικό αποτύπωμα
Στον αντίποδα, οι προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη δέχονται πιέσεις. Το βασικό σενάριο προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 0,8% για το 2026, 1,2% για το 2027 και 1,5% για το 2028. Πρόκειται για σαφή αναθεώρηση προς τα κάτω για την επόμενη διετία, η οποία αντανακλά τις έντονες επιπτώσεις του πολέμου στις αγορές των βασικών εμπορευμάτων, στη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και στην κάμψη της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης.
Η ηγεσία της ΕΚΤ επισημαίνει ότι το τοπίο παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο, με τους κινδύνους να κλείνουν ανοδικά για τον πληθωρισμό και καθοδικά για την ανάπτυξη. Η μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί άμεσα από την ένταση και τη διάρκεια της διαταραχής στις ενεργειακές αγορές, καθώς και από την έκταση των δευτερογενών επιδράσεων.
Η στρατηγική των επόμενων συνεδριάσεων
Στο πλαίσιο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο ξεκαθαρίζει ότι δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για μια προκαθορισμένη πορεία των επιτοκίων. Η νομισματική πολιτική θα συνεχίσει να χαράσσεται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση (meeting-by-meeting approach), με βάση τα εκάστοτε εισερχόμενα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία.
Οι μελλοντικές αποφάσεις θα στηρίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού, στη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και στην ισχύ με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική στην πραγματική οικονομία, επιτρέποντας στην Κεντρική Τράπεζα να διατηρεί την απαραίτητη ευελιξία απέναντι στις μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος.

