Όλες οι αλλαγές που τίθενται σε ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 – Πώς το νέο νομοθετικό πλαίσιο προσαρμόζεται στις σύγχρονες μορφές οικογένειας, ενισχύει τον επιζώντα σύζυγο, θεσπίζει δικλείδες ασφαλείας για τους ηλικιωμένους και επιχειρεί να βάλει φρένο στο κύμα των αποποιήσεων.
Σε φάση πλήρους αναδιαμόρφωσης εισέρχεται το δίκαιο των περιουσιακών μεταβιβάσεων και των κληρονομικών σχέσεων στην Ελλάδα, καθώς πλησιάζει η ημερομηνία ορόσημο για την εφαρμογή ενός ριζικά αναθεωρημένου νομοθετικού πλαισίου.
Το νέο κληρονομικό δίκαιο, το οποίο ψηφίστηκε με σκοπό τον εκσυγχρονισμό διατάξεων που παρέμεναν αναλλοίωτες επί δεκαετίες, φέρνει βαθιές τομές στη δομή του συστήματος, επιχειρώντας να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των παλαιών νομικών δομών και των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.
Οι νέες ρυθμίσεις, οι οποίες πρόκειται να τεθούν σε ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, θα αφορούν αποκλειστικά τις κληρονομιές προσώπων που θα αποβιώσουν μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μέχρι τότε, η διευθέτηση των σχετικών ζητημάτων εξακολουθεί να διέπεται από τις υφιστάμενες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ για τις διαθήκες που έχουν ήδη συνταχθεί -δημόσιες ή ιδιωτικές- έχουν προβλεφθεί ειδικές μεταβατικές διατάξεις που καθορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο ανάλογα με την περίπτωση.
Αναλύοντας τη φιλοσοφία του νέο νομοθετήματος στην τηλεόραση του «Θράκη Νετ TV», η Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης, κ. Ρούλα Τσιρτσίδου, υπογράμμισε ότι δεν πρόκεισαν απλώς για τεχνικές παρεμβάσεις του νόμου, αλλά για μια συνειδητή προσπάθεια του νομοθέτη να προσαρμοστεί στις νέες μορφές οικογένειας που υφίστανται πλέον στην ελληνική κοινωνία. Στόχος είναι η μείωση των δικαστικών εντάσεων και των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, καθώς και η διασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Ευελιξία στις ιδιόγραφες διαθήκες και προστασία των ηλικιωμένων
Μία από τις βασικές πτυχές του νόμου, η οποία είχε προκαλέσει έντονο διάλογο πριν από την ψήφισή του, αφορά το μέλλον των ιδιόγραφων διαθηκών. Αντίθετα με τις φήμες περί κατάργησής τους, οι ιδιόχειρες διαθήκες παραμένουν, αποκτώντας μάλιστα μεγαλύτερη ευελιξία. Πλέον, τυπικά ελαττώματα ή ασάφειες σχετικά με την ακριβή ημερομηνία σύνταξης δεν θα οδηγούν αυτόματα στην ακύρωση της διαθήκης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Η ρύθμιση αυτή παρέχει δικλείδα ασφαλείας, διασφαλίζοντας ότι η πραγματική βούληση του διαθέτη δεν θα ακυρωθεί εξαιτίας ενός δευτερεύοντος τυπικού λάθους. Παράλληλα, θεσμοθετείται ψηφιακή πλατφόρμα στην οποία θα μεταφορτώνεται η ιδιόγραφη διαθήκη μετά τη δημοσίευσή της, ώστε να αποκτά τον απαιτούμενο νόμιμο τύπο για τη διενέργεια των αποδοχών.
Στον αντίποδα, ο νόμος γίνεται εξαιρετικά αυστηρός προκειμένου να προστατεύσει ευάλωτους πολίτες που φιλοξενούνται σε δομές υγείας, κοινωνικής φροντίδας ή γηροκομεία. Στο εξής, απαγορεύεται ρητά η σύνταξη ιδιόχειρης διαθήκης από τρόφιμο τέτοιων ιδρυμάτων με την οποία εγκαθίσταται ως κληρονόμος φροντιστής, υπάλληλος ή εργαζόμενος της συγκεκριμένης δομής. Η διάταξη αυτή έρχεται να αντιμετωπίσει συχνά φαινόμενα ψυχολογικών πιέσεων και εκμετάλλευσης προσώπων που βρίσκονται σε κατάσταση αδυναμίας ή λειτουργικής εξάρτησης.
Η ενίσχυση της εξ αδιαθέτου διαδοχής και των άτυπων σχέσεων
Στις περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται διαθήκη, η εξ αδιαθέτου διαδοχή διατηρείται, αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις που ενισχύουν τη θέση του επιζώντος συζύγου ή του συντρόφου που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα, όταν ο θανών καταλείπει ένα παιδί, το κληρονομικό μερίδιο του συζύγου αυξάνεται στο 1/3 της περιουσίας, ενώ αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα παιδιά, το ποσοστό διαμορφώνεται στο 1/4. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τέκνα, αλλά ο θανών αφήνει γονείς και αδέλφια, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει το 1/2 της κληρονομιαίας περιουσίας, ενώ ελλείψει όλων των παραπάνω συγγενών, αποκτά το σύνολο αυτής.
Η πλέον ρηξικέλευθη αλλαγή αφορά τη νομική κάλυψη των συντροφικών σχέσεων μόνιμης συμβίωσης, χωρίς την ύπαρξη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης. Αναγνωρίζοντας ότι στην πράξη υφίστανται οικογένειες που συζούν επί μακρόν υπό άτυπο καθεστώς, ο νομοθέτης παρέχει πλέον δικαιώματα προστασίας στον επιζώντα σύντροφο. Εφόσον αποδειχθεί δικαστικά ότι η συμβίωση ήταν μόνιμη και διήρκεσε τουλάχιστον τρία έτη πριν από τον θάνατο, ή εάν οι σύντροφοι είχαν αποκτήσει κοινά παιδιά, ο επιζών μπορεί να αναγνωριστεί ως κληρονόμος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν τέκνα του θανόντος από άλλη σχέση ή γάμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος εφαρμόζεται ομοιόμορφα, χωρίς καμία διάκριση, και για τα ομόφυλα ζευγάρια που δεσμεύονται με σύμφωνο συμβίωσης.
Νόμιμη μοίρα, χρηματική αξίωση και συμβάσεις παραίτησης
Αναφορικά με το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, ο νόμος δεν προχωρά σε κατάργησή της, διατηρώντας την προστασία των μελών της οικογένειας που ενδέχεται να αποκλείστηκαν από την κληρονομιά. Ο μεριδούχος εξακολουθεί να δικαιούται το μισό του προβλεπόμενου εξ αδιαθέτου ποσοστού του, ωστόσο αλλάζει ριζικά η φύση της διεκδίκησής του. Η αξίωση παύει να είναι εμπράγματη επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και μετατρέπεται σε καθαρά χρηματική.
Η μεταβολή αυτή κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη για την οικονομική πραγματικότητα, καθώς αναμένεται να αποτρέψει το χρόνιο «μπλοκάρισμα» ακινήτων εξαιτίας διαφωνιών μεταξύ των συνιδιοκτητών, επιτρέποντας την ευκολότερη αξιοποίηση ή πώλησή τους. Παράλληλα, η ρύθμιση προστατεύει τη βιωσιμότητα των οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά οδηγούνταν σε αδράνεια ή πτώχευση λόγω εσωτερικών ερίδων των κληρονόμων, καθώς ο μεριδούχος που αποκλείστηκε δεν μπορεί πλέον να εγείρει αξιώσεις διοίκησης, αλλά διατηρεί μόνο δικαίωμα λήψης της χρηματικής του αποζημίωσης.
Επιπλέον, εισάγεται ο θεσμός της σύμβασης παραίτησης από το κληρονομικό δικαίωμα, η οποία συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου όσο ο κληρονομούμενος βρίσκεται εν ζωή. Με τον τρόπο αυτό, ένα τέκνο που έχει ήδη ευνοηθεί σημαντικά μέσω γονικής παροχής μπορεί να παραιτηθεί νομίμως από τις μελλοντικές κληρονομικές του αξιώσεις, διασφαλίζοντας ότι δεν θα προκύψουν τριβές και δικαστικές αντιπαραθέσεις με τα αδέλφια του στο μέλλον.
Η ευθύνη για τα χρέη και η επιβράβευση της φροντίδας
Στο κρίσιμο πεδίο των κληρονομικών χρεών, το νέο δίκαιο επιχειρεί να περιορίσει το φαινόμενο των μαζικών αποποιήσεων που παρατηρείται έντονα τα τελευταία χρόνια. Η βασική αλλαγή έγκειται στο γεγονός ότι η ευθύνη για τις οφειλές του θανόντος δεν μεταφέρεται πλέον αυτόματα και καθολικά στην προσωπική περιουσία του κληρονόμου. Μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης, ο κληρονόμος διατηρεί τη δυνατότητα να ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομιάς αποκλειστικά και μόνο μέχρι το ύψος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που αποδέχεται. Αν, για παράδειγμα, αποδεχθεί ένα ακίνητο αξίας 30.000 ευρώ το οποίο βαρύνεται με τραπεζική οφειλή 10.000 ευρώ, θα είναι υπόχρεος για το χρέος, αλλά η προσωπική του περιουσία δεν θα διατρέξει κανέναν κίνδυνο, προστατεύοντάς τον από απρόβλεπτες οικονομικές επιβαρύνσεις.
Τέλος, ο νόμος εισάγει μια σημαντική ηθική και υλική διάσταση, θεσπίζοντας το δικαίωμα κληροδοσίας για τα πρόσωπα που φρόντιζαν ανελλιπώς τον ηλικιωμένο ή ασθενή κληρονομούμενο. Η διάταξη αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις όπου η φροντίδα παρεχόταν χωρίς αμοιβή, είτε από κάποιο συγγενικό πρόσωπο (όπως ένα από τα παιδιά της οικογένειας που ανέλαβε αποκλειστικά το βάρος) είτε από φιλικά και τρίτα πρόσωπα (όπως ένας γείτονας). Εφόσον αποδειχθεί δικαστικά ότι η φροντίδα αυτή ήταν συνεχής για τουλάχιστον έξι μήνες εντός της τελευταίας τριετίας πριν από τον θάνατο, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει στο πρόσωπο αυτό μια ανάλογη χρηματική αποζημίωση ή ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο από την κληρονομιά, αναγνωρίζοντας έτσι έμπρακτα την προσφορά του.
Η γενική κατεύθυνση των νέων διατάξεων αναδεικνύει την ανάγκη για έγκαιρη και ορθολογική διευθέτηση των περιουσιακών ζητημάτων. Η κληρονομιά, πέρα από το υλικό της σκέλος, συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση των οικογενειακών ισορροπιών, και το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να προσφέρει τα απαραίτητα νομικά εργαλεία ώστε οι πολίτες να προχωρούν σε ξεκάθαρες και δίκαιες ρυθμίσεις, αποτρέποντας τις μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας.

