Γράφει ο Βαγγέλης Κυριάκης
*Στο κείμενο που ακολουθεί, από την εμπειρία ενός έφηβου ως πωλητή καρπουζιών, αναδεικνύονται κοινωνικές συμπεριφορές, αλλά και μηνύματα, μέσα από μικρές αντιδράσεις στην καθημερινή ζωή στην επαρχία Φαρσάλων προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Την Άνοιξη του 1967, ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή καλλιέργεια των δημητριακών και θέλοντας να ενισχύσει η οικογένεια το εισόδημά της, έβαλαν μποστάνι με καρπούζια. Το καλοκαίρι η παραγωγή είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία μας. Η μεγάλη ποσότητα, φυσικά, δεν μπορούσε να διοχετευθεί μόνο στο χωριό. Έτσι, ο πατέρας με τον έφηβο γιο φόρτωσαν στην καρότσα ενός τρακτέρ δυο-τρεις τόνους καρπούζια και ξεκίνησαν για τα χωριά ανατολικά της πόλης των Φαρσάλων, τα οποία, τότε, δεν καλλιεργούσαν προϊόντα που απαιτούσαν πολύ νερό.
Η μέρα, ωστόσο, δεν ξεκίνησε με καλό οιωνό. Πρωί-πρωί, συνάντησαν έναν μεγαλοκτηματία, γνωστό του πατέρα του. Μετά τις καλημέρες και τα σχετικά, εκείνος άρχισε να διαλέγει καρπούζια και να παζαρεύει: «Όχι μία δραχμή το κιλό, αλλά οχτώ δεκάρες». Στην αρχή, ο πατέρας του θεώρησε ότι αστειευόταν και χαμογέλασε, γιατί γνώριζε καλά την οικονομική του κατάσταση. Κάποια στιγμή, πάνω στο παζάρεμα, έπεσε από τα χέρια του υποψήφιου αγοραστή το μεγαλύτερο ίσως καρπούζι που είχε διαλέξει και έγινε θρύψαλα. Ούτε που τον ένοιαξε. Διάλεξε ένα άλλο, επίσης πολύ μεγάλο, και συνέχισε να παζαρεύει, κατεβάζοντας την τιμή στις πέντε δεκάρες. Με ένα νεύμα του πατέρα ο οδηγός ξεκίνησε, αφήνοντάς τον να φωνάζει: «Εεε…σταματήστε…θα πάρω κι άλλα…». «Βρε τον κακορίζικο… τρεις χιλιάδες στρέμματα έχει και κάνει παζάρια για δεκάρες. Μακάρι η γρουσουζιά του να μας βγει σε καλό», συμφώνησαν όλοι.
Συνέχισαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο μεγαλύτερο χωριό της περιοχής. Ήταν μεσημέρι. Εκεί συνάντησαν την ‘’εξουσία’’. Τους ζήτησε βεβαίωση παραγωγού, ενώ το χαρτί που είχε ο πατέρας του έγραφε «Πιστοποιητικόν». Έγινε μια μεγάλη συζήτηση με εξηγήσεις και ερμηνείες και, τελικά, το θέμα διευθετήθηκε, φέρνοντας στην ‘’εξουσία’’ το κέρδος δυο καρπουζιών . Στο καφενείο, όπου σταμάτησαν για να φάνε κάτι, ο καφετζής στεναχωρήθηκε, επειδή δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα άλλο, παρά αυγά με λουκάνικα, θεωρώντας ότι η φιλοξενία του έπρεπε να ήταν καλύτερη. Ωστόσο, αυτή η αυθόρμητη αντίδρασή του και η αγνότητα στα λόγια του, έδειχνε ακριβώς την έννοια της αρχέγονης ελληνικής φιλοξενίας και έκανε περιττή τη συζήτηση για το φτωχικό, κατά την αντίληψή του, μενού. Περιμένοντας να περάσει η ώρα της κοινής ησυχίας, πάνω στη συζήτηση, τους…«επέπληξε», λέγοντας: «Μα, τον ταλαιπωρήσατε πολύ τον άνθρωπο. Δεν καταλάβατε πού το πήγαινε από την αρχή;», είπε με προφανή ειρωνεία. «Τη δουλειά του ήθελε να κάνει ο άνθρωπος», αντέτεινε ο πατέρας, σταματώντας τη συζήτηση, γιατί οι καιροί ήταν πονηροί και ήξερε από αυτά.
Το απόγευμα, στον δρόμο της επιστροφής, έκαναν μια στάση έξω, ίσως, από το μοναδικό καφενείο του επόμενου χωριού. Δεν έχει σημασία αν ήταν το Μεγάλο ή το Μικρό χωριό, αλλά το απογευματινό σκηνικό τυπώθηκε έντονα στην ψυχή του έφηβου. Μόλις είχε αρχίσει να φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι που ανακούφιζε από τη θεσσαλική καλοκαιρινή κάψα. Στη μικρή αυλή του καφενείου, που ήταν υπερυψωμένη από τον δρόμο και στρωμένη με μεγάλες, άνισες πέτρινες πλάκες, κάτω από τις ακακίες με τους ασβεστωμένους κορμούς, κάθονταν καμιά δεκαπενταριά άντρες, σκορπισμένοι στα πολυκαιρισμένα ξύλινα τραπεζάκια. Δεν φαίνονταν να λένε πολλές κουβέντες μεταξύ τους. Άλλος κρατούσε σφιχτά το φλιτζάνι του ελληνικού καφέ, άλλος χτυπούσε από μονοτονία τα δάχτυλά του στο τραπέζι ή μετρούσε ρυθμικά τις χάντρες του κομπολογιού, κι ο καθένας ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του. Εξάλλου, τι να λένε κάθε μέρα στο χωριό; – τα ίδια και τα ίδια. Με τον θόρυβο του τρακτέρ, σήκωσαν ελαφρά τα κεφάλια τους και τους κοίταξαν, σχεδόν, αδιάφορα. Το τρακτέρ με την πλατφόρμα σταμάτησε πολύ κοντά στον τοίχο της αυλής. «Γεια σας, να σας δώσω μερικά καρπούζια που ράγισαν στον δρόμο», είπε ο πατέρας. «Γεια», είπαν δυο-τρεις.
Πήρε δυο καρπούζια και άπλωσε τα χέρια του για να τα δώσει πάνω από μερικούς ασβεστωμένους τενεκέδες που χρησίμευαν ως γλάστρες με λουλούδια. Όμως, τα χέρια του έμειναν μετέωρα. «Δεν θέλουμε», είπε κάποιος, σαν να μιλούσε για όλους. Αμήχανος, μάζεψε τα χέρια του, άφησε κάτω τα καρπούζια και λέει, μουδιασμένα, στον οδηγό «Πάμε».
Αφού απομακρύνθηκαν από το χωριό, ο έφηβος περίμενε να ακούσει κάποιο σχόλιο από τους μεγάλους για αυτήν την παράξενη, για εκείνον, συμπεριφορά. Τίποτα. Όμως, τον «έτρωγε» η απορία και προσπαθούσε να εξηγήσει τους λόγους: Είναι ακοινώνητοι; τσιγκούνηδες; άφραγκοι; περίεργοι; ακατάδεχτοι; περήφανοι; Δεν μπορούσε να καταλήξει πουθενά. Έσπασε τη σιωπή και ρώτησε τον πατέρα του: «Γιατί δεν δέχτηκαν τα καρπούζια;». «Ίσως τα σιχαίνονταν, επειδή ήταν ραγισμένα, ή ίσως δεν είχαν χρήματα», του απάντησε, ενώ κι εκείνος φαινόταν προβληματισμένος για τον ίδιο λόγο. «Μα ήταν μόνο λίγο ραγισμένα και τζάμπα!» επέμεινε ο μικρός. «Ακριβώς, γι’ αυτό. Αν δεν είχαν χρήματα να τα αγοράσουν, ντράπηκαν να τα πάρουν τζάμπα», ήρθε η απάντηση του πατέρα, σαν ένα ξαλάφρωμα. Ένα ξαλάφρωμα ψυχής που γνωρίζοντας καλά τη στέρηση, αλλά και την αξιοπρέπεια, συναισθάνθηκε τη θέση τους και απόφυγε οποιαδήποτε άλλη βιαστική αρνητική σκέψη.
Παρ’ όλ’ αυτά, η εφηβική λογική δεν μπορούσε να κατανοήσει τη στάση τους. Αργότερα, όταν έφτασαν στο χωριό τους, ξανάφερε το θέμα στη συζήτηση και ο πατέρας του, με την πείρα της ζωής και τη βαθιά επίγνωση της φτώχειας, έδωσε μια απάντηση που δεν συνόψισε μόνο ολόκληρη την ημέρα, αλλά σκιαγράφησε και ολόκληρη την κοινωνία: «Το πρωί συναντήσαμε τον μεγαλοκτηματία και είδες τι παζάρια έκανε. Το μεσημέρι, ο άλλος μας ταλαιπώρησε για δυο καρπούζια. Το απόγευμα χαρίσαμε καρπούζια και δεν τα πήραν. Γιατί; Γιατί αυτοί οι φτωχοί ντράπηκαν να τα πάρουν τζάμπα, αφού δεν είχαν χρήματα, για να αγοράσουν κάτι επιπλέον ως ανταπόδοση».
Ακολούθησε σιωπή. Οι λέξεις είχαν πλέον εξαντληθεί. Μα το βαθύτερο μήνυμα εκείνης της άρνησης – πως η αξιοπρέπεια είναι μια δύναμη που υπερβαίνει κάθε κοινωνική ή οικονομική ισχύ – χαράχτηκε ανεξίτηλα του νέου.
