Πληροφορίες για τους Αρχιεπισκόπους Φαναρίου και Νεοχωρίου του 17ου αιώνα: Ευθύμιος Α΄ και Ευθύμιος Β΄

Του Κώστα Σπανού

Εκδότη του Θεσσαλικού Ημερολογίου

Οι επισκοπικοί κατάλογοι, όπως είναι γνωστό, παραμένουν ημιτελείς και συχνά περιέχουν λάθη, καθώς δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη το σύνολο των υπομνημάτων εκλογής επισκόπων και μητροπολιτών.

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν έρθει στο φως αρκετά υπομνήματα εκλογής αρχιέρεων, καθώς και επιγραφές ανέγερσης, ανακαίνισης και ιστόρησης μονών και ναών. Με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων, καθίσταται πλέον δυνατή η αποκατάσταση των λαθών και η βελτίωση των υπαρχόντων καταλόγων.

Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί μια συμβολή στη βελτίωση ενός συγκεκριμένου τμήματος του επισκοκικού καταλόγου της Αρχιεπισκοπής Φαναρίου και Νεοχωρίου. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται δύο συνώνυμοι αρχιεπίσκοποι, ο Ευθύμιος Α΄ και ο Ευθύμιος Β΄, η αρχιερατεία των οποίων παρουσιάζει μέχρι σήμερα αρκετά κενά.

Σύμφωνα με τις παλαιότερες καταγραφές, ο Ευθύμιος Α΄ αναφερόταν κυρίως τα έτη 1622, 1624 (όταν και υπέγραψε την καθαίρεση του Στραβοαμασείας Γρηγορίου) και το 1632, ή εναλλακτικά μόνο κατά την περίοδο 1622-1624, με την έναρξη της αρχιερατείας του να παραμένει άγνωστη.

Από τη σχετική αναδίφησή μου σε διάφορα άρθρα και μελέτες προκύπτει ότι τον Δεκέμβριο του 1621, ο Ευθύμιος Α΄, ως συνοδικός, υπέγραψε στο υπόμνημα εκλογής του αρχιεπισκόπου Δομενίκου και Ελασσόνας, Ιωάσαφ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι είχε εκλεγεί πριν από τον Δεκέμβριο του 1621, επεκτείνοντας έτσι την αρχιερατεία του κατά τουλάχιστον ένα έτος.

Η δραστηριότητά του συνεχίστηκε έντονα το επόμενο διάστημα. Τον Ιανουάριο του 1622 υπέγραψε ως συνοδικός στο υπόμνημα εκλογής του Μεσημβρίας Ακακίου, το ίδιο έτος στο υπόμνημα του Παροναξίας Ιερεμία, ενώ τον Δεκέμβριο του 1622 συνυπέγραψε σε πατριαρχικό έγγραφο.

Η πορεία του, ωστόσο, διακόπηκε απότομα. Τον Οκτώβριο του 1623, επί οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη, ο Ευθύμιος Α΄ καθαιρέθηκε, προφανώς επειδή αδυνατούσε να καταβάλει το ετήσιο χρηματικό ποσό προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παραμένει άγνωστο αν αντικαταστάθηκε από άλλον αρχιεπίσκοπο κατά το διάστημα αυτό.

Η απουσία του ήταν σύντομη. Μετά την αποπληρωμή του χρέους του, επανήλθε γρήγορα στον θρόνο, καθώς τον Ιούλιο του 1624 εμφανίζεται και πάλι ως συνοδικός, υπογράφοντας στο έγγραφο «Περί του χρέους της Μεγάλης Εκκλησίας», καθώς και στο έγγραφο καθαίρεσης του Στραβοαμασείας Γρηγορίου.

Το τέλος της αρχιερατείας του Ευθυμίου Α΄ παραμένει επίσης αδιευκρίνιστο. Ο Γριτσόπουλος αναφέρει ότι τον διαδέχθηκε ο Θεοφάνης, ο οποίος παραιτήθηκε το 1633 λόγω του βάρους των χρεών, για να τον διαδεχθεί ο Ευθύμιος Β΄, ο οποίος παραιτήθηκε «διά το γήρας ίσως το 1652».

Από την πλευρά του, ο Μυστακίδης σημειώνει ορθά ότι ο Θεοφάνης παραιτήθηκε τον Οκτώβριο του 1633 και αμέσως εκλέχθηκε ο Ευθύμιος Β΄, ο οποίος αποχώρησε τον Ιανουάριο του 1652. Τέλος, ο Ατέσης τοποθετεί τον Ευθύμιο Β΄ στο έτος 1633, επικαλούμενος το σχετικό υπόμνημα εκλογής επί πατριάρχου Κυρίλλου Α΄ Λουκάρεως.

Μετά τη δημοσίευση του υπομνήματος της εκλογής του, είμαστε πλέον σε θέση να προσδιορίσουμε επακριβώς τον χρόνο της αρχιερατείας του. Τον Οκτώβριο του 1633 παραιτήθηκε ο Θεοφάνης «διά τό μή δύνασθαι φέρειν τά βάρη καί τό ἐπιφορτισθέν αὐτῷ χρέος».

Τον ίδιο μήνα, με την προτροπή του οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη, εκλέχθηκε ως διάδοχός του ο ιερομόναχος Ευθύμιος, ο οποίος είναι ο Ευθύμιος Β΄.

Το υπόμνημα εκλογής του αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἐπειδή τῆς ἁγιωτάτης Ἀρχιεπισκοπῆς Φαναρίου καί Νεοχωρίου ἀπροστατεύτου μεινάσης, ἅτε τοῦ ἐν αὐτῇ ἀρχιερατεύοντος κύρ Θεοφάνους παραίτησιν οἰκειοθελῆ καί ἀβίαστον ποιησαμένου, διά τό μή δύνασθαι φέρειν τά βάρη καί τό ἐπιφορτισθέν αὐτῷ χρέος, τούτου χάριν συνήλθωμεν πάντες οἱ παρευρεθέντες ἀρχιερεῖς ἐν τῷ Πατριαρχείῳ, ἐν τῷ ναῷ τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, καί ψήφους κανονικάς ποιησάμενοι, προτροπῇ τοῦ παναγιωτάτου καί σοφωτάτου ἡμῶν αὐθέντου καί δεσπότου, τοῦ οἰκουμενικού πατριάρχου κυρίου κυρίου Κυρίλλου, ἐθέμεθα πρῶτον τόν ὁσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καί πνευματικοῖς κύρ Εὐθύμιον, ἔπειτα τόν ὁσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καί πνευματικοῖς κύρ Σιμεών (!), καί τρίτον τόν παπά Ἰεζεκιήλ. Ὅθεν καί εἰς δήλωσιν κατεστρώθη τά ὀνόματα αὐτῶν ἐν τῷ ἱερῷ κώδικι τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐν ἔτει αχλγω ἰνδικτιῶνος δ΄ [=β΄], μηνί Ὀκτωβρίου».

Η θητεία του Ευθυμίου Β΄ αποδεικνύεται ιδιαίτερα δραστήρια, όπως μαρτυρούν πλήθος εγγράφων και επιγραφών της εποχής. Τον Σεπτέμβριο του 1636, ως συνοδικός, υπέγραψε έγγραφο του πατριάρχη Νεοφύτου που αφορούσε τα ενοριακά όρια της Μητρόπολης Αγχιάλου.

Το όνομά του συνδέεται στενά με την ανέγερση και ιστόρηση ναών στην περιοχή. Το 1640/1641 αναφέρεται στο εξωκλήσι του Προδρόμου στην Οξυά Μουζακίου και το 1641/1642 στην επιγραφή ιστόρησης του ναού του Προδρόμου στο Βλάσι Καρδίτσας.

Τον Νοέμβριο του 1643 υπέγραψε ως συνοδικός στο σιγίλιο του πατριάρχη Παρθενίου Α΄ για την ανακήρυξη σε σταυροπήγιο του ναού της Θεοτόκου στην επαρχία του Προϊλάβου.

Η καταγραφή της δραστηριότητάς του συνεχίζεται αδιάλειπτα: το 1643/1644 εντοπίζεται στην επιγραφή ιστόρησης του καθολικού της Μονής Θεοτόκου στο Βλάσι, το 1644 στο Τρουβάτο Ευρυτανίας, στις 23 Ιουλίου 1646 στη Μονή Δροσάτου (Μεζίλου) της Αργιθέας και στις 28 Αυγούστου 1646 στα Βραγγιανά Ευρυτανίας.

Παράλληλα, το 1646/1647 αναφέρεται στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής του Μεσενικόλα, ενώ το όνομά του περιλαμβάνεται αχρονολόγητο και στην πρόθεση της Μονής Αγίου Γεωργίου (Καραϊσκάκη) στο Μαυρομάτι Καρδίτσας.

Ο κύκλος της αρχιερατείας του Ευθυμίου Β΄ έκλεισε στις 7 Ιανουαρίου 1652, όταν παραιτήθηκε λόγω γήρατος «και δι’ άλλα πολλά έχειν την επαρχίαν» του – μια σαφής αναφορά σε γεγονότα που καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την παραμονή του στην ταραγμένη περιοχή των Αγράφων.

Παρά την παραίτησή του, διατήρησε το αξίωμα της αρχιεροσύνης και επέτρεψε στον πατριάρχη Ιωαννίκιο να εκλέξει τον αντικαταστάτη του, υπό τον ρητό όρο ο νέος αρχιεπίσκοπος να αναλάβει και τα χρέη του.

Το επίσημο έγγραφο της παραίτησής του διασώζει τα εξής: «Ἡ ταπεινότης ἡμῶν ὑποφέρουσα διά τό γῆρας αὐτῆς καί δι’ ἄλλα πολλά ἔχειν τήν ἐπαρχίαν μου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Φαναρίου καί Νεοχωρίου, ἐποίησε παραίτησιν οἰκειοθελῆ, καί ἀβίαστον ταύτης, οὐ μήν δέ τῆς ἀρχιερωσύνης μου καί δέδωκα ἄδειαν τῷ παναγιωτάτῳ μοι αὐθέντῃ καί δεσπότῃ, τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ κυρίῳ κυρίῳ Ἰωαννικίῳ χειροτονῆσαι ἕτερον ἀρχιερέα ἀντ’ ἐμοῦ εἰς τήν ἐπαρχίαν ταύτην, δεχθήτω καί τά χρέη μου, ἅπερ ἤθελον δεῖξαι καί πληρωσάτω αὐτά. Ὅθεν εἰς ἔνδειξιν δέδωκα καί τήν παροῦσαν μου οἰκειοθελῆ καί ἀβίαστον παραίτησιν.

αχνβ΄ Ἰανουαρίου ζη, ἰνδικτιῶνος εης

πρώην Φαναρίου καί Νεοχωρίου Εὐθύμιος».

Παρά τα νέα αυτά στοιχεία, ο επισκοπικός κατάλογος της Αρχιεπισκοπής Φαναρίου και Νεοχωρίου διατηρεί ακόμα αρκετά κενά. Η ιστορική έρευνα παραμένει ανοιχτή, περιμένοντας τους σύγχρονους φιλίστορες να συνεισφέρουν στην περαιτέρω βελτίωση και ολοκλήρωσή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αμπατζόγλου Γεννάδιος, Φωτίειος Βιβλιοθήκη, Κωνσταντινούπολις 1933, Α, 210, σημ. 27· Κώδιξ Α, 143 του Οικ. Πατριαρχείου.

  • Αποστολόπουλος Δ. Γ. – Μιχαηλάρης Π. Δ., Η Νομική Συναγωγή του Δοσιθέου. Μία πηγή και ένα τεκμήριο, Αθήνα 1987.

  • Ατέσης Βασ. Γ., Επισκοπικοί κατάλογοι της Εκκλησίας της Ελλάδος απ’ αρχής μέχρι σήμερον, εν Αθήναις 1975.

  • Βαπόρης Μ. Ν. (μετ. Σταμάτης Σπανός), «Οι εκλογές των επισκόπων της Ελασσόνας Ιωάσαφ (1621) και Καλλίστου (1636)», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 34 (Λάρισα 1998).

  • Βασιλείου Πάνος, Η Αγία Τριάδα Ευρυτανίας, Αθήνα 1957, 21. Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, Αι Ιεραί Μοναί της Πίνδου, επιμέλεια Γεώργιος Αθ. Κλήμος, Καρδίτσα 1993, β΄ έκδοση.

  • Γουλούλης Σταύρος, «Επιγραφικά Βραγγιανών Ευρυτανίας», Ιστορικογεωγραφικά, 2 (Γιάννενα – Θεσσαλονίκη 1988).

  • Γριτσόπουλος Τάσος Αθ., «Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Μητρόπολις», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, 6 (Αθήναι 1965).

  • Δεληκάνης Καλλίνικος, Τα εν τοις κώδιξι του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα τα αφορώντα εις τας σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τας Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Κύπρου, Κωνσταντινούπολις 1904, Α, 340.

  • Καρατζόγλου Ιωάννης Α., Ναοί αθωνίτικου τύπου στα θεσσαλικά Άγραφα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2002.

  • Κοντογιάννης Σπυρίδων Δημ., Επισκοπικοί Κατάλογοι. Προσθήκες και διορθώσεις, Αθήναι 1986, 171.

  • Κοτσιώρης Βασίλειος, Η Αργιθέα, Αθήναι 1970· Τιμολέων Βλάχος, «Το μοναστήρι του Βλασίου της Αργιθέας, 17ος αιώνας», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 6 (1984).

  • Παπαδόπουλος-Κεραμεύς Αθανάσιος, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη, 4 (Βρυξέλες 1963).

  • Μυστακίδης Βασ. Α., «Επισκοπικοί Κατάλογοι», ΕΕΒΣ, 12 (Αθήναι 1936).

  • Ορλάνδος Αν., «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Αρχείο Βυζαντινών Μνημείων Ελλάδος, 2 (Αθήναι 1939-1949).

  • Αθανάσιος Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας, 4, Πετρούπολις 1963.

  • Παπαδόπουλος-Κεραμεύς Αθανάσιος, Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας, 4 (Πετρούπολις 1897).

  • Παυλίδης Γ. Δ., «Επίσκεψις εις την έδραν της Σχολής των Αγράφων», Θεσσαλικά Χρονικά, 7-8 (Αθήναι 1959).

  • Σδρόλια Σταυρούλα, Οι τοιχογραφίες της Μονής Πέτρας (1625) και η ζωγραφική των ναών των Αγράφων τον 17ο αιώνα, Βόλος 2012, Α.

  • Σπανός Κώστας, «Δύο υπομνήματα εκλογής αρχιεπισκόπων του Φαναρίου και Νεοχωρίου στη “Νομική Συναγωγή” του Δοσιθέου (1633, 1652)», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 53 (Λάρισα 2008).

  • Τσιμπίδα Ελένη, «Μεταβυζαντινοί ναοί των ευρυτανικών Αγράφων», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 54 (Λάρισα 2008).

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του ifarsala.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το ifarsala.gr στα
αγαπημένα σου στη Google

Comments are closed.