Μια νέα μέθοδο νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, με «όχημα» εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Σύμφωνα με την επιχειρησιακή ανάλυση της Α΄ Μονάδας, φυσικά πρόσωπα εμφανίζονται να πραγματοποιούν επανειλημμένα και δυσανάλογα υψηλές πληρωμές προς παρόχους, δημιουργώντας μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα, τα οποία στη συνέχεια ζητούν να τους επιστραφούν σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Με αυτόν τον τρόπο, κεφάλαια ύποπτης ή ακόμη και εγκληματικής προέλευσης εμφανίζονται ως νόμιμες επιστροφές χρημάτων, αποκτώντας έτσι «νομιμοφανή» διαδρομή προς το τραπεζικό σύστημα.
Αναλυτικά, η Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες εντόπισε την πρακτική νομιμοποίησης παράνομων κεφαλαίων μέσω της καταχρηστικής εκμετάλλευσης εταιρειών που παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (utilities), από φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζονται ότι κατοικούν στην Ελλάδα.
Με τη μέθοδο αυτή, οι συγκεκριμένες εταιρίες χρησιμοποιούνται εν αγνοία τους ως «ενδιάμεσες οντότητες» για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, καθώς αυτά καταλήγουν να εμφανίζονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς των φυσικών προσώπων ως επιστροφές χρημάτων (refund) στο πλαίσιο εκτέλεσης νόμιμων και συνηθισμένων συναλλαγών.
Το εν λόγω φαινόμενο εμφανίζεται εξαιρετικά οργανωμένο, με συγκεκριμένη προπαρασκευαστική διαδικασία και με τελική πρόθεση την παραπλάνηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ως προς την αρχική προέλευση των κεφαλαίων και τη νομιμοποίησή τους.
Οπως σημειώνεται, η συγκεκριμένη μεθοδολογία παρουσιάζει αυξανόμενη συχνότητα και «χρήζει συστηματικής μελέτης και ανάλυσης από τους αρμοδίους φορείς με στόχο τη βελτίωση των μηχανισμών ανίχνευσης και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων αποτροπής».
Μεθοδολογία
Στάδια εκτέλεσης
Η αλληλουχία ενεργειών που διαπιστώθηκε σε όλες τις διερευνηθείσες περιπτώσεις παρουσιάζει συγκεκριμένα στάδια, τα οποία συνθέτουν μία ολοκληρωμένη μέθοδο νομιμοποίησης, με τελικό αποτέλεσμα την ενίσχυση της νομιμοφάνειας των παρανόμων κεφαλαίων και την ενσωμάτωσή τους στη νόμιμη οικονομία.
Συγκεκριμένα:
1. Φυσικά πρόσωπα που παρουσιάζονται να κατοικούν στην Ελλάδα συνάπτουν συμβάσεις με εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, βάσει δικαιωμάτων επί ακινήτων (μίσθωση/ιδιοκτησία). Σε πολλές περιπτώσεις, τα ίδια πρόσωπα συμβάλλονται ταυτόχρονα με πολλές εταιρείες για την παροχή υπηρεσιών σε πολλά διαφορετικά ακίνητα.
2. Οι δράστες στη συνέχεια πραγματοποιούν πληρωμές αδικαιολόγητου ύψους προς τις συμβληθείσες εταιρείες, καθώς αυτές οι πληρωμές χαρακτηρίζονται από επανάληψη και αναντιστοιχία με τις τυχόν υπάρχουσες οφειλές ή την προηγηθείσα κατανάλωση. Τα ποσά μεταφέρονται από κάρτες και χρηματοοικονομικά μέσα/προϊόντα, τα οποία, σε μεγάλο μέρος των περιπτώσεων που αναλύθηκαν, τηρούνται σε ιδρύματα που εδρεύουν εκτός της ελληνικής επικράτειας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των πελατών (τηρουμένους στις εταιρείες – παρόχους).
3. Τα πιστωτικά υπόλοιπα, κατόπιν αιτήματος του συμβαλλόμενου προσώπου (πελάτη), μεταφέρονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς με σκοπό την ενσωμάτωσή τους στη νόμιμη οικονομία.
Οι λογαριασμοί αυτοί τηρούνται κυρίως σε ιδρύματα που εδρεύουν στην ελληνική επικράτεια, ενώ στην πλειονότητά τους είναι διαφορετικοί από αυτούς που πίστωσαν αρχικά τα κεφάλαια στους λογαριασμούς πελατών που τηρούνται στις εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ίδιοι αποδέκτες λογαριασμοί έλαβαν επιστροφές από πολλούς διαφορετικούς παρόχους.
2.2.Προέλευση χρημάτων
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα κεφάλαια που πιστώθηκαν δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν βάσει της φορολογικής ή εν γένει οικονομικής εικόνας των εμπλεκόμενων προσώπων και θεωρούνται υπόπτου προελεύσεως.
Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κεφάλαια προέρχονταν από απάτες που τελέσθηκαν κυρίως μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Δείκτες κινδύνου (red flags)
Aπό τη διερεύνηση και ανάλυση των σχετικών υποθέσεων, προέκυψαν συγκεκριμένοι δείκτες που υποδηλώνουν καταχρηστική εκμετάλλευση εταιρειών – παρόχων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας για το «ξέπλυμα» χρημάτων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Οπως σημειώνεται, ορισμένες ενδείξεις δεν είναι, μεμονωμένα, επαρκώς ισχυρές, ωστόσο, όταν εμφανίζονται σε συνδυασμό με άλλες, καθιστούν τον έλεγχο περισσότερο αναγκαίο. Για παράδειγμα:
- Πληρωμές προς παρόχους χωρίς ύπαρξη αντίστοιχης οφειλής.
- Ασυνήθιστα υψηλά ποσά ανά πληρωμή σε σχέση με την οφειλή ή την κατανάλωση/χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
- Ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα πληρωμών οι οποίες δεν ακολουθούν/συμβαδίζουν με τις καθορισμένες προθεσμίες/διορίες αλλά προσομοιάζουν με καταθέσεις.
- Ο πελάτης χρησιμοποιεί συχνά διαφορετικά χρηματοοικονομικά μέσα για τις πληρωμές. Ο ενδείκτης κινδύνου αυξάνεται όταν η παραπάνω τακτική παρατηρείται σε κάθε συναλλαγή πληρωμής.
- Πληρωμές με χρηματοοικονομικά μέσα που τηρούνται σε ιδρύματα με έδρα εκτός της ελληνικής επικράτειας.
- Υψηλό συσσωρευόμενο πιστωτικό υπόλοιπο στους λογαριασμούς πελατών των παρόχων.
- Αιτήματα επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
- Καταβολή των επιστρεφόμενων πληρωμών σε διαφορετικούς λογαριασμούς από αυτούς που είχαν πραγματοποιήσει αρχικά τις πληρωμές οι πελάτες.
- Ο ίδιος τραπεζικός λογαριασμός λαμβάνει πολλαπλές πιστώσεις επιστροφής χρημάτων , από διαφορετικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, σε σύντομο χρονικό διάστημα.
- Εσοδα που δεν συνάδουν με τη φορολογική ή εν γένει οικονομική εικόνα των δικαιούχων φυσικών προσώπων.
Πηγή: kathimerini.gr

