Θεσσαλία: Από το «καμίνι» στην πλημμύρα

Τρία χρόνια μετά την κακοκαιρία Daniel, που επαναπροσδιόρισε βίαια την έννοια της κλιματικής ανθεκτικότητας στην κεντρική Ελλάδα, η συζήτηση για τους παγκόσμιους και περιφερειακούς μηχανισμούς του καιρού παραμένει ανοιχτή. Σε μια συγκυρία όπου τα διεθνή προγνωστικά κέντρα παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του φαινομένου El Niño στον τροπικό Ειρηνικό και ταυτόχρονα οι μεσογειακές θάλασσες καταγράφουν παρατεταμένα υψηλές θερμοκρασίες, τα ερωτήματα για το πώς μεταφράζονται αυτά τα φαινόμενα στην καθημερινότητα της Θεσσαλίας απαιτούν νηφάλια επιστημονική ανάλυση.

Ο καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Πρόδρομος Ζάνης μιλά στην «Ελευθερία», ξεδιαλύνει τους μύθους γύρω από τις επιπτώσεις του El Niño στη χώρα μας, αναλύει τον ρόλο της Μεσογείου ως δεξαμενής θερμοδυναμικής ενέργειας και καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για τη θωράκιση των υποδομών και της αγροτικής παραγωγής.

Η Μεσόγειος στο τέλος της παγκόσμιας αλυσίδας

Στο ερώτημα κατά πόσο ένα ισχυρό El Niño μπορεί να καθορίσει τον καιρό της νοτιοανατολικής Ευρώπης, ο κ. Ζάνης είναι σαφής: «Αν και η επίδραση του φαινομένου και γενικότερα της Νότιας Κύμανσης (ENSO) είναι άμεση στην τροπική ζώνη και στη μέση παγκόσμια θερμοκρασία, ένα ισχυρό γεγονός αυξάνει την πιθανότητα αλλαγών στα μοτίβα των βροχοπτώσεων και της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας παγκοσμίως, καθώς η διαταραχή μεταδίδεται μέσω πλανητικών κυμάτων. Ωστόσο, η ένταση του El Niño από μόνη της δεν προδικάζει τις επιπτώσεις σε μια μεμονωμένη χώρα. Στην Ευρώπη το σήμα είναι σύνθετο καθώς επηρεάζεται από τη Βορειοατλαντική Ταλάντωση (NAO), τις θερμοκρασίες του Βόρειου Ατλαντικού, τη θέση του αεροχειμάρρου και την εσωτερική μεταβλητότητα της ατμόσφαιρας».

Όπως εξηγεί ο καθηγητής του ΑΠΘ, η σχέση αυτή είναι μη γραμμική: «Η Μεσόγειος βρίσκεται ουσιαστικά στο τέλος μιας πολύ μεγάλης αλυσίδας. Ένα σήμα από τον τροπικό Ειρηνικό μπορεί να φτάσει έως εδώ, αλλά η τελική του μορφή εξαρτάται από το τι συμβαίνει σε κάθε ενδιάμεσο κρίκο. Προηγούμενες μελέτες για την Ελλάδα δείχνουν ότι υπάρχει φυσικό σήμα, αλλά είναι ασθενές έως μέτριο σε σχέση με την τοπική μεταβλητότητα. Θεωρώ παρακινδυνευμένη οποιαδήποτε εκτίμηση για ακραία φαινόμενα στη χώρα μας αποκλειστικά λόγω του El Niño. Μεγαλύτερη πιθανότητα επίδρασης εντοπίζεται κατά τη χειμερινή περίοδο, κυρίως από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο, μετά την κορύφωση του φαινομένου. Το γεγονός ότι το El Niño του 2026 προβλέπεται ιδιαίτερα ισχυρό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ακραία επίδραση στην Ανατολική Μεσόγειο».

Θερμική αποθήκη ενέργειας η θάλασσα

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο κ. Ζάνης στις θερμοκρασίες της Μεσογείου και του Αιγαίου. «Η θερμότερη θάλασσα δεν δημιουργεί από μόνη της τις ακραίες καταιγίδες, αλλά αυξάνει το διαθέσιμο θερμοδυναμικό και υδρολογικό δυναμικό στο σύστημα θάλασσας – ατμόσφαιρας», υπογραμμίζει.

«Η ολοένα θερμότερη Μεσόγειος λειτουργεί σαν μια διογκούμενη δεξαμενή διαθέσιμης ενέργειας για έντονα φαινόμενα. Δεν δημιουργεί από μόνη της τις ακραίες καταιγίδες, αλλά αυξάνει το διαθέσιμο θερμοδυναμικό και υδρολογικό δυναμικό».

Αναλύοντας τον μηχανισμό, σημειώνει: «Ενισχύεται η εξάτμιση και η ροή λανθάνουσας θερμότητας προς την ατμόσφαιρα. Όταν μια κυκλωνική διαταραχή διέρχεται πάνω από τη λεκάνη, οι υδρατμοί συμπυκνώνονται στα ανοδικά ρεύματα, απελευθερώνοντας ενέργεια που τροφοδοτεί την κατακόρυφη ανάπτυξη των νεφών. Παράλληλα, ο θερμός αέρας πάνω από τη θαλάσσια επιφάνεια σε επαφή με τα ψυχρότερα στρώματα στα ανώτερα επίπεδα αυξάνει την ατμοσφαιρική αστάθεια. Στις περιπτώσεις του Daniel και του Ιανού, οι θερμές θάλασσες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην έντασή τους, χωρίς να αποτελούν τον μοναδικό γενεσιουργό παράγοντα. Υπό αυτή την έννοια, η ολοένα θερμότερη Μεσόγειος λειτουργεί σαν μια διογκούμενη δεξαμενή διαθέσιμης ενέργειας για έντονα φαινόμενα».

Το τραύμα του Daniel και η αύξηση της ραγδαιότητας

Αναφερόμενος στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στον κάμπο, ο κ. Ζάνης επισημαίνει ότι η συζήτηση για τα ακραία γεγονότα έχει αλλάξει βάση: «Η παρατηρούμενη αυξητική τάση σε καύσωνες, ξηρασίες και έντονες βροχοπτώσεις είναι πλέον ορατή. Ο Daniel ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο γεγονός, όμως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια στατιστική ανωμαλία που θα επανέλθει μετά από δεκαετίες, ακριβώς επειδή η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τη στατιστική κατανομή των ακραίων τιμών. Παρότι επιστημονικά δεν μπορεί να δοθεί ένας μονοσήμαντος αριθμός για την πιθανότητα επανάληψης ενός τέτοιου επεισοδίου, οι προσομοιώσεις καταγράφουν σαφείς τάσεις».

Επικαλούμενος πρόσφατη δημοσιευμένη έρευνα της επιστημονικής του ομάδας στο περιοδικό Atmosphere, ο καθηγητής τονίζει ένα κρίσιμο εύρημα: «Σε αντίθεση με τη μελλοντική τάση μείωσης της συνολικής ετήσιας βροχόπτωσης στην Ελλάδα, η ραγδαιότητα των ακραίων βροχοπτώσεων εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί έως και 15% σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Μακεδονία, κυρίως στο δεύτερο μισό του 21ου αιώνα».

«Σε αντίθεση με τη μελλοντική τάση μείωσης της συνολικής ετήσιας βροχόπτωσης στην Ελλάδα, η ραγδαιότητα των ακραίων βροχοπτώσεων εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί έως και 15% σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, η Ήπειρος και ηΜακεδονία».

Θεσσαλία: Από το καμίνι στην πλημμύρα

Η γεωγραφική διαμόρφωση της Θεσσαλίας παίζει καθοριστικό ρόλο στις ακραίες διακυμάνσεις. «Η ίδια γεωγραφία, δηλαδή μια εκτεταμένη πεδιάδα περικυκλωμένη από ορεινούς όγκους με έντονο ανάγλυφο και ηπειρωτικά χαρακτηριστικά, ευνοεί την έντονη θέρμανση και την ξηρασία υπό αντικυκλωνικές συνθήκες το καλοκαίρι. Υπό διαφορετικές όμως δυναμικές συνθήκες, η ίδια λεκάνη μετατρέπεται σε περιοχή τεράστιας συγκέντρωσης επιφανειακής απορροής», εξηγεί ο κ. Ζάνης.

Αυτό δημιουργεί μια σύνθετη εξίσωση για τους υδάτινους πόρους: «Ο κάμπος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους υπόγειους υδροφορείς. Η ξηρασία αυξάνει την ανάγκη για άρδευση και στερεί τη φυσική αναπλήρωση. Όμως και μια ραγδαία πλημμύρα δεν συνεπάγεται εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα, καθώς μεγάλο μέρος του νερού απορρέει επιφανειακά με ορμή αντί να διηθηθεί στο έδαφος. Το νερό καταλήγει να είναι ανεπαρκές σε ετήσια βάση και ταυτόχρονα καταστροφικά πλεονάζον μέσα σε λίγες ώρες. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση της λειψυδρίας και η αντιπλημμυρική προστασία στη Θεσσαλία πρέπει να σχεδιάζονται ως ενιαίο πρόβλημα, λαμβάνοντας υπόψη και τον κίνδυνο μεταφοράς ρύπων προς τα υπόγεια ύδατα μέσω των φερτών υλικών».

«Το νερό καταλήγει να είναι ανεπαρκές σε ετήσια βάση και ταυτόχρονα καταστροφικά πλεονάζον μέσα σε λίγες ώρες. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση της λειψυδρίας και η αντιπλημμυρική προστασία στη Θεσσαλία πρέπει να σχεδιάζονται ως ενιαίο πρόβλημα».

Τι δείχνουν τα μοντέλα για τον χειμώνα

Σχετικά με τις εποχικές εκτιμήσεις για τους επόμενους μήνες, ο κ. Ζάνης ξεκαθαρίζει τη μεθοδολογική τους διάσταση: «Οι εποχικές προγνώσεις αποτελούν ερευνητικό εργαλείο των μεγάλων διεθνών κέντρων και όχι επιχειρησιακές προγνώσεις καθημερινής χρήσης, συνεπώς πρέπει να διαβάζονται με επιστημονική επιφύλαξη. Τα τρέχοντα δεδομένα πολλαπλών μοντέλων του Copernicus (C3S) δείχνουν ότι το El Niño θα συνεχίσει να ενισχύεται έως τα τέλη του 2026, με αυξημένη αβεβαιότητα για την πορεία του στις αρχές του 2027. Για τη λεκάνη της Μεσογείου, οι πιθανότητες συγκλίνουν προς ένα σχετικά ήπιο χειμερινό μοτίβο, με θερμοκρασίες κατά 0,5 έως 2 βαθμούς υψηλότερες από τα κλιματικά κανονικά επίπεδα και ύψη βροχής που δεν φαίνεται να αποκλίνουν ουσιαστικά από τον μέσο όρο».

Έργα ουσίας και κλιματικά δεδομένα

Κλείνοντας, ο καθηγητής στέκεται στις ανθρώπινες παρεμβάσεις και την ανάγκη ορθολογικού σχεδιασμού: «Πέρα από τη φυσική μεταβλητότητα και την κλιματική κρίση, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στις κοίτες των ρεμάτων, η δόμηση σε πλημμυρικές ζώνες και οι αλλοιώσεις στις φυσικές λεκάνες απορροής μετατρέπουν συχνά ακόμη και μη ακραίες βροχοπτώσεις σε καταστροφικά συμβάντα. Τα τεχνικά έργα ανθεκτικότητας και οι αντιπλημμυρικές υποδομές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο οφείλουν να σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη και τα επιστημονικά κλιματικά σενάρια και όχι μόνο τα ιστορικά δεδομένα των παρατηρήσεων».

«Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στις κοίτες των ρεμάτων και η δόμηση σε πλημμυρικές ζώνες μετατρέπουν συχνά ακόμη και μη ακραίες βροχοπτώσεις σε καταστροφικά συμβάντα. Τα τεχνικά έργα ανθεκτικότητας οφείλουν να σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη και τα επιστημονικά κλιματικά σενάρια και όχι μόνο τα ιστορικά δεδομένα».

Προς αυτή την κατεύθυνση, ο κ. Ζάνης προτείνει μια συγκεκριμένη θεσμική πρωτοβουλία: «Είναι θεμελιώδους σημασίας η δημιουργία μιας εθνικής βάσης κλιματικών δεδομένων υψηλής χωρικής ανάλυσης, η οποία θα διασυνδέσει τα υφιστάμενα μετεωρολογικά δίκτυα με τα νέα μοντέλα προσομοίωσης. Είναι θετικό ότι τα επικαιροποιημένα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας ενσωματώνουν πλέον τέτοιες αριθμητικές προβολές. Παράλληλα, στον πρωτογενή τομέα, όπου οι επιπτώσεις της θερμικής καταπόνησης θα ενταθούν, οι απαντήσεις για την ανθεκτικότητα των καλλιεργειών πρέπει να αναζητηθούν στη στενή συνεργασία με τους ειδικούς γεωπόνους, καλλιεργώντας μια σταθερή κουλτούρα εμπιστοσύνης στην επιστημονική τεκμηρίωση των ειδικών επιστημόνων σε κάθε ζήτημα».

Γ. Γκαντέλος/ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του ifarsala.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το ifarsala.gr στα
αγαπημένα σου στη Google

Comments are closed.