Μια εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα για το γνωστικό υπόβαθρο των νέων αποτυπώνουν τα επίσημα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας PISA 2025 του ΟΟΣΑ, επιβεβαιώνοντας τις βαθιές παθογένειες που συνεχίζουν να ταλανίζουν το εκπαιδευτικό σύστημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ένας στους δύο Έλληνες μαθητές ολοκληρώνει το γυμνάσιο αδυνατώντας να εκτελέσει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και βασικές αριθμητικές πράξεις. Την ίδια ώρα, τέσσερις στους δέκα 15χρονους δυσκολεύονται να αντιληφθούν θεμελιώδη φυσικά φαινόμενα, ενώ αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στην αποκωδικοποίηση και κατανόηση απλών κειμένων.
Στη μεγάλη διεθνή αξιολόγηση συμμετείχαν συνολικά 765.000 μαθητές που εκπροσώπησαν 33 εκατομμύρια συνομηλίκους τους από 91 χώρες του πλανήτη, ενώ από την Ελλάδα έλαβαν μέρος 6.858 μαθητές από 229 σχολικές μονάδες. Οι επιδόσεις της χώρας μας καταγράφουν νέα υποχώρηση, καθώς στις φυσικές επιστήμες οι μαθητές συγκέντρωσαν 434 μονάδες, χάνοντας 7 μονάδες σε σύγκριση με το 2022, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στις 482 μονάδες. Στην κατανόηση κειμένου η πτώση ήταν ακόμη πιο εκκωφαντική, με τους Έλληνες μαθητές να συγκεντρώνουν 423 μονάδες, δηλαδή 16 μονάδες λιγότερες από το 2022, απέχοντας σημαντικά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που ήταν 461 μονάδες και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έφτασε τις 451 μονάδες.
Στα μαθηματικά, οι μαθητές της χώρας μας σημείωσαν 424 μονάδες, καταγράφοντας απώλεια 6 μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, έναντι 463 μονάδων του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, για πρώτη φορά το 2025 εισήχθη ως αντικείμενο εξέτασης η επίλυση προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, όπου η Ελλάδα κατέλαβε την 47η θέση ανάμεσα σε 91 κράτη με 461 μονάδες, τη στιγμή που ο διεθνής μέσος όρος άγγιξε τις 500 μονάδες. Στην παγκόσμια κατάταξη κυριάρχησαν ασιατικές δυνάμεις όπως η Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία, η Κορέα και περιοχές της Κίνας, στην Ευρώπη ξεχώρισαν η Εσθονία, η Βρετανία και η Φινλανδία, ενώ εντύπωση προκαλεί η ανοδική πορεία της Τουρκίας, η οποία ανέβηκε στη 19η θέση διεθνώς στις φυσικές επιστήμες.
Το γνωστικό τίμημα της πανδημίας και οι απαντήσεις του Υπουργείου
Η γενικευμένη πτώση των δεικτών συνδέεται σε πρώτο επίπεδο με τις βαθιές πληγές που άφησε η υγειονομική κρίση, καθώς οι σημερινοί 15χρονοι φοιτούσαν στην τετάρτη και πέμπτη δημοτικού κατά την περίοδο της καραντίνας. Όπως επισήμανε ο καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής και εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA, Κώστας Δημόπουλος, η απότομη μετάβαση στην τηλεκπαίδευση, το αδιάκοπο σκρολάρισμα στις οθόνες και η αύξηση των απουσιών φόρτωσαν αυτούς τους μαθητές με ένα δυσανάλογα βαρύ γνωστικό φορτίο, καθώς δεν είχαν προλάβει να διαμορφώσουν ισχυρές μαθησιακές βάσεις.
Επιπλέον, οι ίδιοι οι μαθητές δήλωσαν ότι βιώνουν ένα σχολικό περιβάλλον με περιορισμένη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης, ενώ στις θετικές επιστήμες κυριαρχεί η παθητική παράδοση διάλεξης αντί της ενεργητικής συμμετοχής.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο Παιδείας επιλέγει να εστιάσει στα σημάδια σταθεροποίησης, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ανακόπτει μετά από μία δεκαετία τη διαρκή απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ιδίως στα μαθηματικά όπου διαφαίνεται τάση σύγκλισης, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σχεδόν όλες οι χώρες κατέγραψαν ιστορικά χαμηλές επιδόσεις.
Η Υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, υπογράμμισε ότι οι στοχευμένες μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται, όπως η αύξηση των μόνιμων διορισμών, η συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η εισαγωγή σύγχρονου υλικοτεχνικού εξοπλισμού, το πολλαπλό βιβλίο και ο εμπλουτισμός της Τράπεζας Θεμάτων με ερωτήσεις φιλοσοφίας PISA, αποτελούν τη μόνη εγγύηση για τη σταδιακή αναβάθμιση του ελληνικού σχολείου.












