Το Υπουργείο Πολιτισμού χρηματοδοτεί με 10000 ευρώ μία πρωτοποριακή δράση που ξαναζωντανεύει την παραδοσιακή ωμόπλινθη δόμηση-Καινοτόμο εργαστήρι με συμμετοχή κορυφαίων επιστημόνων-Πρόεδρος Συλλόγου του χωριού Μαρία Προσμίτη: Στοιχείο της ταυτότητάς μας
Σε μια σπουδαία αναγνώριση της πολιτιστικής και ιστορικής ταυτότητας της επαρχίας Φαρσάλων προχώρησε το Υπουργείο Πολιτισμού. Με απόφαση της Υπουργού Λίνας Μενδώνη, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Βασιλί Φαρσάλων επιχορηγείται με το ποσό των 10.000 ευρώ για την υλοποίηση της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και ερευνητικής πρότασής του με τίτλο: «Πλίνθινες κατασκευές μεγαλόσχημων αγροτικών αποθηκών στα χωριά του Θεσσαλικού Κάμπου: Παράδοση ή ανάγκη;».
Η συγκεκριμένη χρηματοδότηση εντάσσεται στο ευρύτερο ετήσιο πρόγραμμα του Υπουργείου Πολιτισμού για την ενίσχυση δράσεων Μουσείων και Συλλογών Νεότερου Πολιτισμού, Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών και Μουσικής, καθώς και δράσεων Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, συνολικού ύψους 1.694.500 ευρώ. Η πρόταση του Συλλόγου από το Βασιλί, ενός φορέα που ιδρύθηκε μόλις το 2020, κατάφερε να ξεχωρίσει ανάμεσα σε εκατοντάδες υποψηφιότητες από όλη την Ελλάδα, περνώντας από τις αυστηρές, αξιοκρατικές επιτροπές αξιολόγησης του Υπουργείου. Αξίζει να σημειωθεί ότι την πρόταση έκανε η υποψήφια Διδάκτωρ του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), αρχιτέκτων μηχανικός, εργαζόμενη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Δρ. Βάνα Γεωργαλά, πρόταση που ο Σύλλογος έκανε αποδεκτή και έπειτα κατατέθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Η δράση τελεί υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και του Δήμου Φαρσάλων.

Στο τέλος του Αυγούστου θα πραγματοποιηθεί στο Βασιλί εργαστήριο στο οποίο θα συμμετάσχουν πανεπιστημιακοί αλλά και άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί με τις πλίνθινες κατασκευές. Η πρόεδρος του Συλλόγου Βασιλί κ. Μαρία Προσμίτη μιλώντας στην «Ε» τόνισε ότι «Η διοργάνωση και η φιλοξενία του εργαστηρίου πλίνθινης δόμησης στο χωριό μας αποτελεί μια σημαντική στιγμή για την τοπική κοινωνία και μια ουσιαστική συμβολή στην ανάδειξη της παραδοσιακής γνώσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πλίθινη δόμηση δεν είναι απλώς μια παλιά οικοδομική τεχνική. Αποτελεί μέρος της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης του τόπου μας. Μέσα από αυτή τη δράση αναδεικνύεται η αξία των παραδοσιακών τεχνικών όχι ως στοιχεία ενός μακρινού παρελθόντος αλλά ως ζωντανή γνώση που μπορεί να εμπνεύσει τη σύγχρονη κοινωνία και να συμβάλει στη βιώσιμη διαχείριση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς. Το ΔΣ του συλλόγου ευχαριστεί την κ. Βάνα Γεωργαλά, έναν άνθρωπο με όραμα και γνώσεις πάνω στην πλίθινη δόμηση με την οποία συνεργαστήκαμε και μας καθοδήγησε ώστε να υποβάλουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση στο Υπουργείο Πολιτισμού. Τέλος ευχαριστούμε την Περιφέρεια Θεσσαλίας και το Δήμο Φαρσάλων υπο την αιγίδα των οποίων τελεί η δράση».
ΤΑ ΠΛΙΘΙΑ
Για αιώνες, η γη της Θεσσαλίας έθρεψε αλλά και στέγασε τους ανθρώπους της με έναν μοναδικό, σχεδόν οργανικό τρόπο. Το βασικό υλικό δόμησης των καμποχωρίων δεν ήταν η πέτρα, αλλά το χώμα. Αν και εκ πρώτης όψεως το χώμα φαντάζει ως ένα υλικό ταπεινό, ευαίσθητο και ευάλωτο στις δυνάμεις της φύσης, στην πραγματικότητα αποδείχθηκε σωτήριο για την επιβίωση των τοπικών πληθυσμών. Μέσα από τα πλίθινα κτίσματα, οι σύγχρονες γενιές μπορούν να διδαχθούν τις θεμελιώδεις αρχές μιας λιτής αλλά εξαιρετικά ποιοτικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για μια δόμηση που διακρίνεται για την αίσθηση του μέτρου, σέβεται την ανθρώπινη κλίμακα και εντάσσεται με απόλυτη αρμονία στο περιβάλλον, παρουσιάζοντας μηδενικό ενεργειακό αποτύπωμα.
Η παρατήρηση αυτού του αρχιτεκτονικού πλούτου γεννά ένα καίριο επιστημονικό ερώτημα: Θα μπορούσαν αυτού του είδους οι κατασκευές, στη σημερινή εποχή της βιομηχανοποιημένης δόμησης, να συνεχίσουν να υφίστανται ακολουθώντας τη σοφή παράδοση του χθες;

Η απάντηση που δίνει η πρόταση του Πολιτιστικού Συλλόγου Βασιλί είναι καταφατική. Υιοθετώντας τη γνώση του παρελθόντος, χρησιμοποιώντας τα αυθεντικά φυσικά υλικά του τόπου και παντρεύοντάς τα, όπου απαιτείται, με σύγχρονα βιομηχανικά υλικά, η τέχνη του πλίνθου μπορεί να αποκτήσει μια νέα ώθηση. Αυτός ο «γάμος» παράδοσης και νεωτερικότητας μπορεί να προσφέρει νέες, οικολογικές αρχιτεκτονικές μορφές που σέβονται το περιβάλλον της Θεσσαλίας.
Το αντικείμενο της δράσης εστιάζει κυρίως στις μεγαλόσχημες πλίθινες αγροτικές αποθήκες που συναντώνται στα χωριά της φαρσαλινής πεδιάδας. Στις πεδινές αυτές περιοχές, η λάσπη αποτέλεσε το κυρίαρχο δομικό υλικό για σπίτια, στάβλους και αποθήκες. Οι λόγοι της επιλογής αυτής ήταν ξεκάθαρα πρακτικοί: αφενός η αφθονία και το μηδενικό κόστος του χώματος, αφετέρου η εμπειρική γνώση των παλαιότερων για την εξαιρετική αντισεισμική συμπεριφορά των ωμόπλινθων κτιρίων, καθώς και για τις ιδανικές συνθήκες υγιεινής και θερμοκρασίας που προσέφεραν.
Ιδιαίτερα οι αποθήκες ήταν οι χώροι όπου αποτυπωνόταν ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος ζωής, τα έθιμα, οι κοινωνικές σχέσεις και ο ετήσιος αγροτικός κύκλος. Εκεί φυλάσσονταν οι καρποί της γης -τα σιτηρά και οι ζωοτροφές-, οι οποίοι αποτελούσαν σύμβολα μόχθου, επιβίωσης και αφθονίας για την οικογένεια του καλλιεργητή.
Λόγω της ιδιότητας του χώματος να «αναπνέει» (διαπνοή υλικού), οι αποθήκες αυτές διατηρούσαν σταθερή εσωτερική θερμοκρασία, ρυθμίζοντας την υγρασία και προστατεύοντας τα σιτηρά τόσο από τον καύσωνα του θεσσαλικού καλοκαιριού όσο και από την παγωνιά του χειμώνα. Επιπλέον, οποιαδήποτε φθορά στον τοίχο μπορούσε εύκολα και γρήγορα να επιδιορθωθεί από τον ίδιο τον αγρότη με τη χρήση φρέσκου πηλού.
ΑΠΟ ΤΗ «ΝΕΡΟΣΥΔΑ» ΣΤΟ ΚΑΛΟΥΠΙ
Η κατασκευή των ωμόπλινθων (των γνωστών «πλιθιών») αποτελούσε μια πραγματική ιεροτελεστία, μια συλλογική και εθελοντική διαδικασία που σφυρηλατούσε την κοινωνική συνοχή των χωριών. Όπως περιγράφεται ανάγλυφα στα έγγραφα της πρότασης, οι κάτοικοι των παραποτάμιων χωριών μάζευαν την πρώτη ύλη από τις όχθες των ποταμών, σε σημεία που ονομάζονταν «νεροσύδα». Αναζητούσαν λάσπη που παρουσίαζε τη λεγόμενη «άσπρη ίνα», δηλαδή φλέβες λεπτόκοκκης λάσπης που εξασφάλιζαν τη μέγιστη πλαστικότητα στο τελικό υλικό.
Στη συνέχεια, έσκαβαν έναν μεγάλο λάκκο όπου έριχναν τη λάσπη, την ανάλογη ποσότητα άχυρου και νερό. Το ανακάτεμα γινόταν παραδοσιακά με τα πόδια ή με τσαπιά, μέχρι το μίγμα να ομογενοποιηθεί πλήρως. Με αυτό το υλικό γέμιζαν τα ξύλινα καλούπια που είχαν στρώσει στον ήλιο. Μόλις τα πλιθιά «έσφιγγαν» αρκετά, τα έβγαζαν από τα καλούπια και τα τοποθετούσαν ανά τέσσερα σε μορφή πυραμίδας προκειμένου να στεγνώσουν τέλεια από όλες τις πλευρές.

Το χτίσιμο του σπιτιού ή της αποθήκης δεν ήταν μια στείρα τεχνική εργασία. Ήταν ένα λαϊκό δρώμενο. Συγγενείς, γείτονες και συγχωριανοί μαζεύονταν για να βοηθήσουν (η παραδοσιακή «αλληλοβοήθεια» ή «ξαδερφιά»), συνοδεύοντας τη σκληρή δουλειά με τραγούδια, πειράγματα, αφηγήσεις και τοπικά έθιμα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι θα πραγματοποιηθεί εργαστήρι στο οποίο οι μαθητευόμενοι θα εκπαιδευτούν κάτω από τις οδηγίες έμπειρων μαστόρων, όπως ο Κώστας Κοντομάνος (τεχνίτης πηλού από την ομάδα “Cob”) και ο Αθανάσιος Πόραβος (λιθοξόος). Στο εργαστήριο θα συμμετάσχουν ως μαθητευόμενοι φοιτητές από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας («Επαναχρήσεις κτιρίων και συνόλων»), μαθητές από το ΕΠΑΛ Φαρσάλων, καθώς και μαθητές από την κατεύθυνση Δομικών Έργων του 2ου ΕΠΑΛ Αγίας Παρασκευής Αττικής.
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – Θανάσης Αραμπατζής

