Η Λάρισα από το 1386/1387 έως το 1898

Του Κώστα Σπανού, εκδότη του Θεσσαλικού Ημερολογίου

Η περιοχή της Λάρισας, από τις αρχές ήδη του 14ου αιώνα είχε υποστεί μεγάλη αραίωση του πληθυσμού της, εξαιτίας των επιδρομών των Καταλανών που είχαν εγκατασταθεί στις πλαγιές του Ολύμπου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να  εγκαταλείψει την πόλη ο μητροπολίτης της, το 1318, και να εγκατασταθεί στα Τρίκαλα.

Οι Οθωμανοί εμφανίσθηκαν στην περιοχή μας το έτος 1386/1387, με ον Εβρενός πασά, ο οποίος εγκατέστησε οικογένειες Γιουρούκων στις εγκαταλειμμένες περιοχές βορείως και ανατολικά της πόλης. Το 1393-1396 οι Οθωμανοί κυρίευσαν  τη Δυτική Θεσσαλία. Η οριστική κατοχή της Θεσσαλίας σημειώθηκε το 1423 με τον Τουραχάν μπέη, ο οποίος έφερε εδώ και εγκατέστησε στις παρυφές του Ολύμπου, της Όσσας και του Μαυροβουνίου πολλές οικογένειες Γιουρούκων, ιδρύοντας πολλούς μουσουλμανικούς οικισμούς.

Μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, με αποτέλεσμα, στην πρώτη σωζόμενη απογραφή των Οθωμανών να υπάρχουν 11 συνοικίες-γειτονιές μουσουλμάνων, με 669 οικογένειες, 3 χριστιανών με 132 οικογένειες και 2 εβραίων με 28 οικογένειες.[1]

Ο Τουραχάν, για να ευχαριστήσει τους πολεμιστές του που συνέβαλαν στην κατάκτηση της Θεσσαλίας τους πρόσφερε 1 ή περισσότερους οικισμούς ως τιμάρια, από τους οποίους εισέπρατταν το δέκατο της γεωργικής παραγωγής και άλλους φόρους. Καθώς, λοιπόν, η περιοχή γύρω από την πόλη ήταν πεδινή και εύφορη εγκαταστάθηκαν εδώ ανώτεροι αξιωματικοί, κυρίως ιππείς (σπαχήδες), με αποτέλεσμα η πόλη να πάρει τη μορφή μιας οθωμανικής πόλης. Για την καλλιέργεια της γης οι σπαχήδες τιμαριούχοι μετέφεραν εδώ χριστιανούς [Έλληνες] από διάφορες περιοχές, κυρίως ορεινούς και άλλους που είχαν εγκαταλείψει, από φόβο, τα χωριά τους. Σιγά-σιγά εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα διάφοροι εμπορευόμενοι, χάρη στους οποίους η πόλη άρχισε να ελληνοποιείται. Ήδη από τον 17ο αιώνα άρχισαν ν δημιουργούνται επαγγελματικές ενώσεις (ισνάφια, συντεχνίες) γουναράδων, ραφτάδων, μεταξάδων κ.ά., τα μέλη των οποίων αποτέλεσαν μία τάξη εύρωστων οικονομικώς Λαρισαίων, με αποτέλεσμα η πόλη να λαμβάνει σταδιακά άλλη μορφή από αυτήν την οποία είχε το 1454/1455.[2]

Η οικονομική ακμή των Ελλήνων της πόλης μας αυξήθηκε σημαντικά, ειδικά τον 18ο αιώνα, κατά τον οποίο ο αριθμός των συντεχνιών ανήλθε στις 17, γεγονός το οποίο δηλώνει σημαντικό αριθμό ελληνικών οικογενειών και άνοδο πληθυσμιακά του ελληνικού στοιχείου. Πρόκειται για μια νέα όψη της πόλης, παρά την εγκατάσταση εδώ μεγάλων στρατιωτικών μονάδων.

Παρά τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών (πυρπόληση στα Ορλωφικά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, μετατροπή του σε πυριτιδαποθήκη το 1821), το φρόνημα των Ελλήνων κατοίκων της παραμένει ακμαίο. Με την έναρξη της Επανάστασης Λαρισαίοι[3] και κάτοικοι πολλών οικισμών, πεδινών και ορεινών, σπεύδουν να βοηθήσουν για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

Λόγω της Επανάστασης και της διέλευσης από εδώ μεγάλων τμημάτων του οθωμανικού στρατού, οι Έλληνες της πόλης και των περιχώρων υφίστανται πολλά εξαιτίας των λεηλασιών και των βιαιοτήτων. Στα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα, λόγω της προσπάθειας των σουλτάνων να εκσυγχρονίσουν την οθωμανική αυτοκρατορία (τανζιμάτ)[4] και την παραχώρηση ελευθερίας στην ανέγερση ναών, όλες οι συνοικίες, με τις οικονομικές δυνατότητες της εποχής, απέκτησαν τον ναό τους. Η πόλη τώρα, παρά τα πολλά τζαμιά, παίρνει άλλη όψη, η οποία βελτιώνεται συνεχώς με την εγκατάσταση εδώ πολλών ορεινών από τον Όλυμπο, την Όσσα και την Ήπειρο.

Μετά την επανάσταση της Θεσσαλίας του 1854 και ιδιαίτερα του 1878 έγινε κατανοητό από τους Οθωμανούς της περιοχής μας ότι δεν έχουν πια μέλλον εδώ. Οι μπέηδες και οι πασάδες, οι οποίοι κατείχαν «διανοία Κυρίου» και όχι με τίτλους κυριότητας τα τσιφλίκια, φοβούμενοι την απαλλοτρίωσή τους τα πούλησα σε Έλληνες και αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Μετά την απελευθέρωση το 1881, ακόμα και οι κάτοχοι μικρών εκτάσεων γης, την πούλησαν και αναχώρησαν για την τουρκοκρατούμενη, ακόμα, Ελασσόνα.

Η μεθοριακή γραμμή της Μελούνας (1881-1912) κατέστησε τη Λάρισα τη μεγαλύτερη παραμεθόρια πόλη, με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν εδώ μεγάλες μονάδες του στρατού (πεζικό και ιππικό). Νέοι έποικοι έρχονται και από τη Νότια Ελλάδα (Παλιά Ελλάδα), επιχειρηματίες, δικηγόροι και συμβολαιογράφοι και η πόλη παίρνει μία άλλη μορφή. Πριν προλάβουν οι Λαρισαίοι να χαρούν την νέα κατάσταση, ο πόλεμος του 1897, με τις συνέπειές του, επανέφερε τους Οθωμανούς (Απρίλιος 1897-Μάιος 1898) στην πόλη, οι οποίοι διέπραξαν πολλές βιαιότητες και λεηλασίες.[5] Μετά την απόσυρση των στρατευμάτων τους, πολλοί, φοβούμενοι τα αντίποινα των Ελλήνων, αναχώρησαν για τη Μακεδονία και την Κωνσταντινούπολη. Στην πόλη έμεινε μία ασήμαντη μειονότητα, η Κοινότητα της οποίας δεν μπορούσε να συντηρήσει τα τζαμιά τους και άρχισε να τα εκποιεί.

Λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της χώρας, οι δρόμοι της πόλης τον χειμώνα έχουν λάσπες και το καλοκαίρι δημιουργείται πολλή σκόνη. Η πόλη παραμένει για πολλές δεκαετίες κέντρο της γεωργικής παραγωγής της γύρω περιοχής, έχει σημαντική εμπορική κίνηση, αλλά τα πολεμικά γεγονότα του 20ού αιώνα και η εγκατάσταση προσφυγικών οικογενειών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για οικονομική ανάπτυξη.

www.thessaliko.gr

[1]. Levent Kayapinar (μετ. Σταύρος Γιολτζόγλου), «Οι κάτοικοι και οι συνοικίες της Λάρισας και των Τρικάλων κατά την περίοδο 1454/55-1602», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 68 (Λάρισα 2015) 289-308.

[2]. Γιώργος Β. Ντρογκούλης, «Οι συντεχνίες στη Λάρισα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. ανέκδοτα έγραφα για τις οικονομικές και κοινωνικές δομές στην περιοχή», Δήμος Λάρισας, Πρακτικά του Α΄ Ιστορικού-Αρχαιολογικού Συμποσίου. Λάρισα: παρελθόν και μέλλον, 26-28.4.1985, Λάρισα 1985, 241-322.

[3]. Κώστας Σπανός, ««Εφτά λαρισαίοι αγωνιστές του 1821», Δήμος Λάρισας, Πρακτικά του Α΄ Ιστορικού-Αρχαιολογικού Συμποσίου. Λάρισα: παρελθόν και μέλλον, 26-28.4.1985, Λάρισα 1985, 347-364.

[4]. Έφη Αλαμανή, «Το τανζιμάτ και οι επιπτώσεις του στη ζωή των κατοίκων της Θεσσαλίας», Θεσσαλικά Χρονικά, 13 (Αθήναι 1980) 409-422.

[5]. Βασίλης Κ. Σπανός, «Από τον δικαστικό απόηχο του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 (56 αγωγές Λαρισαίων για αποζημίωση)», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 31 (Λάρισα 1997) 113-130.

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του ifarsala.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το ifarsala.gr στα
αγαπημένα σου στη Google

Comments are closed.