Την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης που εξακολουθούν να υφίστανται οι συνταξιούχοι χηρείας του Δημοσίου ζητά με δήλωσή του ο αναπληρωτής τομεάρχης Θεσμών και Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ κ. Θωμάς Παπαλιάγκας, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί η διόρθωση μιας αδικίας να δημιουργεί μια καινούργια.
Ο κ. Παπαλιάγκας αναφέρεται στη δέσμευση της υπουργού Εργασίας κ. Νίκης Κεραμέως, για κατάργηση της περικοπής των συντάξεων χηρείας μετά την παρέλευση της πρώτης τριετίας, στη βάση πρότασης που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν στη Βουλή, δεν θα αναζητηθούν αναδρομικά τα ποσά από τους συνταξιούχους χηρείας του ιδιωτικού τομέα των οποίων οι αποδοχές δεν είχαν περικοπεί. Παράλληλα, θα συνεχιστεί η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες σωρεύονται παροχές που προκύπτουν από διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα.
Ο αναπληρωτής τομεάρχης του ΠΑΣΟΚ τονίζει, ωστόσο, ότι παραμένει άλυτο το ζήτημα των συνταξιούχων χηρείας του Δημοσίου, οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί τις σχετικές περικοπές. Όπως υπογραμμίζει, τα ποσά που παρακρατήθηκαν πρέπει να επιστραφούν, ακόμη και μέσω συμψηφισμού με μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις.
Παράλληλα, ζητά να επανεξεταστεί ο τρόπος υπολογισμού των νέων συντάξεων με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών ολόκληρου του εργασιακού βίου. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, που συνδικαλιστικοί και επιστημονικοί φορείς χαρακτηρίζουν «ρήτρα Τσίπρα», οδηγεί σε χαμηλότερες συντάξεις σε σχέση με το προηγούμενο σύστημα, το οποίο λάμβανε υπόψη ευνοϊκότερες μισθολογικές περιόδους.
Όπως επισημαίνει ο κ. Παπαλιάγκας, οι συνέπειες αυτής της ρύθμισης θα γίνονται περισσότερο αισθητές στις επόμενες γενιές ασφαλισμένων που θα εξέρχονται από την εργασία.
Στη δήλωσή του ο Λαρισαίος πολιτικός αναφέρει τα εξής: «Το ασφαλιστικό δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός που μεταφέρει το κόστος των πολιτικών αποφάσεων στους ανθρώπους με τη μικρότερη δυνατότητα αντίδρασης. Η κατάργηση της περικοπής στις συντάξεις χηρείας αποτελεί ένα αναγκαίο βήμα, δεν αρκεί όμως να διορθώνεται η αδικία μόνο για όσους δεν πρόλαβαν να τη βιώσουν.
Οι συνταξιούχοι χηρείας του Δημοσίου που έχασαν ήδη μέρος του εισοδήματός τους πρέπει να αποκατασταθούν με καθαρό και εφαρμόσιμο τρόπο. Τα ποσά που περικόπηκαν οφείλουν να επιστραφούν, ακόμη και μέσω συμψηφισμού με μελλοντικές φορολογικές τους υποχρεώσεις.
Δεν μπορεί, στο όνομα της διόρθωσης μιας προηγούμενης αδικίας, να διατηρείται μια νέα ανισότητα μεταξύ των ασφαλισμένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, ο τρόπος υπολογισμού των νέων συντάξεων πρέπει να επανεξεταστεί πριν δημιουργήσει μια γενιά εργαζομένων που θα καταβάλλει εισφορές επί δεκαετίες και, όταν έρθει η ώρα της συνταξιοδότησης, θα διαπιστώνει ότι το κράτος άλλαξε μονομερώς τους όρους της συμφωνίας.
Η πολιτική κρίνεται όταν μετατρέπει τα δίκαια αιτήματα σε σταθερούς κανόνες ισονομίας και κοινωνικής προστασίας και όχι όταν περιορίζεται στη διαχείριση της δυσαρέσκειας» καταλήγει.
