Αναμνήσεις «από το υπόγειο της γιαγιάς»

Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή πραγματικότητα σαρώνει τα πάντα και οι αναμνήσεις αποθηκεύονται σε απρόσωπα νέφη δεδομένων, η έννοια της νοσταλγίας έχει μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο εμπορικό προϊόν. Παλιά παιχνίδια, ξεχασμένες κονσόλες και συσκευασίες περασμένων δεκαετιών αλλάζουν χέρια σε διαδικτυακές δημοπρασίες έναντι αστρονομικών ποσών. Ωστόσο, σε μια γωνιά της Λάρισας, υπάρχει ένας άνθρωπος που αρνείται πεισματικά να βάλει τιμή πώλησης στο παρελθόν.

Ο Γιώργος Δραγάζης έχει σπουδάσει Ηλεκτρολογία, και σήμερα εργάζεται ως μουσικός, διδάσκει ηλεκτρική κιθάρα τα τελευταία 13 χρόνια στη Μουσική Σχολή του Δήμου Φαρσάλων και στο Μουσικό Σχολείο Λάρισας. Στον ελεύθερο χρόνο του, μετατρέπεται σε έναν αθόρυβο θεματοφύλακα κυρίως της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Η προσωπική του συλλογή, γνωστή ως «G.D. Collection», φέρει έναν βαθιά συναισθηματικό τίτλο: «Το Υπόγειο της Γιαγιάς». Εκεί ισχύει ένας απαράβατος κανόνας: ό,τι μπαίνει, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.

Ο ρετρό συλλέκτης Γιώργος Δραγάζης

«Ίσως να είμαι από τους ελάχιστους που δεν έχω πουλήσει ποτέ τίποτα», εξηγεί ο ίδιος. «Αυτή είναι η μεγάλη μου δύναμη. Βλέπω τη συλλογή όχι ως επένδυση, αλλά ως πύλη σύνδεσης με εκείνα τα χρόνια και τις ψυχές των ανθρώπων που τα έζησαν».

ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ

Η συγκέντρωση αυτού του υλικού δεν είναι πλέον η εύκολη υπόθεση που ήταν κάποτε. Όπως περιγράφει, το τοπίο έχει αλλάξει άρδην. «Πριν από δέκα χρόνια ήταν σαφώς πιο εύκολο να βρεις ξεχασμένα αντικείμενα. Πλέον, οργανωμένοι συλλέκτες έχουν σαρώσει την περιφέρεια. Σε παλιά βιβλιοπωλεία της Λάρισας, αν ρωτήσεις για τεύχη των 80s, μαθαίνεις πως έχουν ήδη περάσει επιτήδειοι και τα έχουν αγοράσει μαζικά».

Ωστόσο, η επιμονή ανταμείβεται. Σε κεντρικό δρόμο της Λάρισας, εντόπισε πρόσφατα μια αυθεντική γιγαντοαφίσα της «Ποκαχόντας» από το 1995.

Για τον ίδιο, η αναζήτηση έχει συχνά μια διάσταση σχεδόν αρχαιολογική. Χρειάστηκε δώδεκα χρόνια εξονυχιστικής έρευνας για να εντοπίσει τις αυθεντικές συσκευασίες από τα θρυλικά σνακ «Δρακουλίνια» της δεκαετίας του ’90. «Θυμόμουν τρεις εκδοχές της συσκευασίας – με τα φωσφοριζέ αυτοκόλλητα, με τα άλμπουμ και με τις φιγούρες – αλλά τελικά ανακάλυψα πως υπήρχαν έξι. Όταν τα εντόπισα, το αίσθημα ήταν ανεκτίμητο. Συμπληρώθηκε ένα τεράστιο κομμάτι του παζλ». 

Η σπίθα που άναψε το πάθος του για τη συλλογή δεν προήλθε από κάποια τυχαία αγορά, αλλά από το ίδιο του το παιδικό δωμάτιο. «Ήμουν από τους τυχερούς που οι γονείς τους δεν πέταξαν τίποτα», ομολογεί. Τα πρώτα κομμάτια της συλλογής του ήταν τα δικά του, καλοδιατηρημένα παιχνίδια. Το πραγματικό “μικρόβιο” όμως, μπήκε πριν από περίπου δέκα και πλέον χρόνια, όταν επισκέφθηκε μια μεγάλη έκθεση ρετρό αντικειμένων στην Αθήνα. Εκεί, βλέποντας αναβιώσεις παλιών καταστημάτων συνειδητοποίησε την αξία όσων ήδη είχε κρατήσει από μικρός, και πήρε την οριστική απόφαση να δημιουργήσει τον δικό του, προσωπικό χώρο μνήμης.

Στα ράφια του δεσπόζουν θρυλικά επιτραπέζια όπως το HeroQuest και ο Θρύλος του Ζαγκόρ, σπάνιες El Greco φιγούρες από τα Lucky Cup, Μπουγελόφατσες, Monsters in my Pocket, Playmobil, αυτοκόλλητα, ευχούληδες αλλά και νοσταλγικά “σπιτάκια” του Απέργη με τις κρυμμένες ιστορίες τους κ.α.. Αντικείμενα που στα μάτια των περισσοτέρων ίσως φαντάζουν αδιάφορα ή ξεπερασμένα, όμως για τους μυημένους συλλέκτες αποτελούν πραγματικούς θησαυρούς.

«Εγώ λίρες δεν βρήκα, αλλά βρήκα κάτι πολυτιμότερο, ένα κομμάτι από τα χέρια της γιαγιάς μου»

Για τον ίδιο, ωστόσο, τα αντικείμενα που κατέχουν την υψηλότερη θέση στην ιεραρχία της συλλογής, είναι εκείνα με μηδενική εμπορική αξία, αλλά τεράστιο προσωπικό βάρος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα ταλαιπωρημένο σπιρτόκουτο της εταιρείας «ΒΕΛΠΕΞ». Στη μία πλευρά έγραφε «Έλεν» – το όνομα της γιαγιάς του – και στην άλλη «Βούλα», το όνομα της αδερφής της. «Με υπομονή ημερών, το επανέφερα στην αρχική του μορφή. Εκείνα τα χρόνια του πολέμου, σε τέτοια κουτάκια έκρυβαν λίρες. Εγώ λίρες δεν βρήκα, αλλά βρήκα κάτι πολυτιμότερο, ένα κομμάτι από τα χέρια της γιαγιάς μου».

Η ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Μήπως η νοσταλγία μας κρατά δεμένους στο παρελθόν; Ο Λαρισαίος μουσικός διαθέτει μια προσγειωμένη οπτική. «Δεν αναπαράγω τον μύθο ότι τα πάντα ήταν τέλεια τότε», ξεκαθαρίζει. «Τα σημερινά βιντεοπαιχνίδια ή τα σύγχρονα επιτραπέζια είναι αριστουργήματα σε επίπεδο σχεδιασμού. Τότε βλέπαμε μερικά pixels στην οθόνη του Atari. Σήμερα βλέπεις την παραμικρή σταγόνα βροχής στη στολή του Μπάτμαν».

Τι είναι αυτό που πραγματικά λείπει; «Χάθηκε η αγνότητα και η ανθρώπινη επαφή», επισημαίνει με έμφαση. «Τότε υπήρχε πραγματική ομαδικότητα. Μαζευόμασταν στο σπίτι, τρώγαμε πίτσες και παίζαμε. Σήμερα, τα παιδιά συνδέονται online από απόσταση. Ακόμα και η Λάρισα άλλαξε. Χάθηκαν οι παλιές μονοκατοικίες, οι αυλές όπου οι γιαγιάδες άνοιγαν την πόρτα. Αυτό δεν το ζω πλέον και, ανθρώπινα, μου λείπει τρομερά».

Οι αναμνήσεις από την αλάνα του Αγίου Κωνσταντίνου, οι πανηγυρισμοί για το πρωτάθλημα της ΑΕΛ το 1988 και τα άλμπουμ της Panini, αποτελούν απτά κομμάτια μιας εποχής όπου η κοινωνία λειτουργούσε με πιο συλλογικά αντανακλαστικά.

Παρά τις προτάσεις να εκθέσει τα σπάνια αντικείμενά του στην Αθήνα, ο Γιώργος αρνήθηκε ευγενικά, διαφωνώντας με την έντονη εμπορευματοποίηση. Για τον ίδιο, η συλλογή δεν είναι εμπόρευμα, αλλά ψυχοθεραπεία.

«Είναι μια χρονομηχανή», καταλήγει. «Μπαίνω στο Υπόγειο της Γιαγιάς και ξεχνάω την καθημερινότητα. Και αν είχα μια συμβουλή για τα νέα παιδιά που ξεκινούν μια συλλογή, είναι αυτή: να το κάνουν για την αγάπη του αντικειμένου και την ιστορία του».

Γ. ΓΚΑΝΤΕΛΟΣ – Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Comments are closed.