Γράφει ο Βαγγέλης Κυριάκης…
Στην ελληνική λογοτεχνία με αυτόν τον τίτλο έχουν γραφεί πολλά διηγήματα, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας των συγγραφέων. Για όσους δεν έζησαν την προσμονή για το Πάσχα και τις μέρες της Σαρακοστής μέχρι την Ανάσταση σε χωριό, ασφαλώς δεν τους αγγίζουν συναισθηματικά αυτές οι αφηγήσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν έχει νόημα η αφήγηση μιας περιόδου από τη ζωή του χωριού, καθώς έτσι ξυπνούν μνήμες, αλλά και συνεχίζεται η αλυσίδα στην ιστορική πορεία του.
Στη δεκαετία του ’50, στη Ζωοδόχο Πηγή, το τότε Τατάρ(ι), όταν το Δημοτικό Σχολείο είχε σχεδόν 150 μαθητές, η προσμονή για το Πάσχα άρχιζε μετά την Καθαρά Δευτέρα, την εβδομάδα δηλαδή που άρχιζαν οι Χαιρετισμοί. Η παρακολούθησή τους ήταν για όλο το χωριό αυτονόητη και φυσικά τα παιδιά, ακολουθώντας το πνεύμα των γονιών, με το χτύπημα της καμπάνας έτρεχαν στην εκκλησία. Τι κι αν ήταν κουρασμένα από το ολοήμερο παιχνίδι, τι κι αν κρύωναν με τα κοντά παντελονάκια, που ήδη είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν το χειμωνιάτικο ντύσιμο, συνωστίζονταν καθισμένα, πολλές φορές, στο σκαλοπάτι μπροστά από το τέμπλο, δίπλα στο ψαλτήρι.
Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν η παρουσία ενός νεαρού ψάλτη, του Κώστα Τζανιά, ο οποίος ήταν μαθητής εξαταξίου Γυμνασίου Καρδίτσας και τις μέρες αυτές ερχόταν στο χωριό μας, όπου ζούσε ο πατέρας του, ο μπαρμπα-Φώτης από τη Δρίσκολη (Κρήνη), που εποχιακά δούλευε ως αμπελοφύλακας. Ο Κώστας είχε γίνει για μας, ασυναίσθητα, κάτι σαν πρότυπο. Και αυτό γιατί μας εντυπωσίαζε ότι πηγαινοερχόταν με το ποδήλατο στην Καρδίτσα λόγω φτώχειας, ότι ήταν καλός μαθητής, ότι έπαιζε μαζί μας πριν πάει στην εκκλησία.
Επιπλέον, είχε μια καθαρότητα στο πρόσωπό του και μια πραότητα που μας έλκυε και, σε συνδυασμό με το ότι βλέπαμε κάτι ιδιαίτερο στο ότι ένας νέος έψαλλε στην εκκλησία, μας έκανε να τον ακολουθούμε και να επιζητούμε ακόμα περισσότερο την παρέα του τις μέρες που ήταν στο χωριό. Η μελωδική φωνή του Κώστα, αλλά και του παπα-Νικόλα, το ημίφως των κεριών και το άρωμα του θυμιάματος δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα στον χώρο της εκκλησίας αλλά και στον εσωτερικό μας κόσμο, δίνοντας ένα άλλο νόημα στη μονότονη ζωή του χωριού.
Κορυφαία συναισθηματική και ακουστική εικόνα που, προσωπικά, μου έχει μείνει, ήταν όταν ο νεαρός ψάλτης ανήγγειλε το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Η γεμάτη ιερότητα και συναίσθηση του Θείου Δράματος φωνή του έκανε όλο το εκκλησίασμα να υποκλιθεί και να συναισθανθεί βαθιά την τραγικότητα εκείνης της στιγμής από τη ζωή και το μαρτύριο του Ιησού.
Τέτοιες στιγμές μένουν ανεξίτηλες στις ψυχές όσων βίωσαν παρόμοια συναισθήματα. Παίρνουν, όμως, μεγαλύτερο βάρος όταν βλέπει κανείς σήμερα τον μαρασμό της υπαίθρου λόγω της δημογραφικής συρρίκνωσης. Οι παιδικές φωνές λείπουν, τα σχολεία κλείνουν, το εκκλησίασμα λιγοστεύει και οι ρίζες με το χωριό κόβονται όταν οι γενιές των ηλικιωμένων τελειώνουν.
