Γράφει ο Βασίλης Τσαλαφούτας
Η θεσμική εκτροπή που βιώνει σήμερα η χώρα μας δεν είναι ένα απλό πολιτικό φαινόμενο. Είναι καθρέφτης μιας συλλογικής παθολογίας που έχει βαθιές ρίζες στον τρόπο που σκεφτόμαστε, ψηφίζουμε και συμπεριφερόμαστε ως πολίτες.
Τέμπη, παρακολουθήσεις, ΟΠΕΚΕΠΕ. Δικογραφίες για πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης που ετοιμάζεται να αποστείλει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τα σκάνδαλα αυτά αποτελούν συνέχεια ενός παγιωμένου συστήματος που τρέφεται από τη σιωπή, την αδιαφορία και την ανοχή μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέσος πολίτης νιώθει αποστροφή απέναντι στα κοινά. Φαινόμενα διαφθοράς, οικογενειοκρατίας και ρουσφετιού μαζί με έναν διάχυτο ωχαδελφισμό έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα απάθειας που εξυπηρετεί ακριβώς αυτούς που επωφελούνται από τη στασιμότητα. Η απάθεια δεν είναι ουδετερότητα, είναι συνενοχή. Δεν μπορούμε να πάμε μπροστά με το slogan: «Να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα». Είναι εθνική στρατηγική αποτυχίας.
Αν υπάρχει ένας χώρος που υποφέρει περισσότερο από αυτή τη νοοτροπία, είναι η ελληνική περιφέρεια. Ο πελατειακός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής αποστερεί τις τοπικές κοινωνίες από πόρους, έργα υποδομής και ουσιαστική εκπροσώπηση. Η ερήμωση της υπαίθρου δεν είναι μοιραία, είναι αποτέλεσμα επιλογών. Και πίσω από κάθε επιλογή κρύβεται ένας ψηφοφόρος που ανεχόταν ή ενθάρρυνε το ρουσφέτι αντί να απαιτεί το δίκαιο.
Όταν ένας νέος άνθρωπος από την επαρχία δεν μπορεί να βρει δουλειά χωρίς «μέσον», όταν ένα νοσοκομείο υπολειτουργεί γιατί οι πόροι πήγαν αλλού, όταν ένας δρόμος παραμένει επικίνδυνος για δεκαετίες, αυτά δεν είναι σύμπτωση. Είναι η πολιτική αξία του ρουσφετιού σε πλήρη δράση.
Η λύση δεν θα έρθει από έναν χαρισματικό ηγέτη που θα ξυπνήσει κάποια μέρα και θα «σώσει» τη χώρα. Αυτή η προσδοκία είναι μέρος του προβλήματος. Η ελληνική κοινωνία έχει συνηθίσει να αναθέτει σε κάποιον άλλον την ευθύνη που ανήκει στον καθένα μας.
Η αλλαγή είναι συλλογική υπόθεση. Ξεκινά με μικρές, καθημερινές αποφάσεις: να μην ανεχόμαστε τη διαφθορά στο κοντινό μας περιβάλλον, να ψηφίζουμε με κριτήριο και όχι με χρέος, να συμμετέχουμε στη ζωή της τοπικής μας κοινωνίας αντί να παραπονούμαστε από το σπίτι. Να απαιτούμε λογοδοσία και να την εξασκούμε και εμείς οι ίδιοι.
Τα θεμέλια που χρειαζόμαστε δεν χτίζονται στα κέντρα εξουσίας. Χτίζονται στους δήμους, στις κοινότητες, στις σχολικές επιτροπές, στις τοπικές επιχειρήσεις, στις ενώσεις πολιτών. Εκεί όπου ο κάθε ένας μπορεί να κάνει τη διαφορά και εκεί όπου η αδράνεια έχει το πιο ορατό κόστος.
Η Ελλάδα δεν έχει έλλειψη από ικανούς, έντιμους ανθρώπους. Έχει ανάγκη από συλλογική βούληση για να τους αναδείξει και να τους υποστηρίξει. Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο: όχι ηρωισμός, αλλά συνέπεια. Όχι επανάσταση, αλλά καθημερινή υπευθυνότητα.
