Έντονη αντίθεση παρατηρείται ανάμεσα στις επίσημες τοποθετήσεις της πολιτικής ηγεσίας και στην καθημερινότητα που βιώνουν οι παραγωγοί στον θεσσαλικό κάμπο, αναφορικά με τη βιωσιμότητα και το μέλλον της καλλιέργειας του βαμβακιού. Την ώρα που το αρμόδιο υπουργείο εκπέμπει μηνύματα αισιοδοξίας, τα δεδομένα της τοπικής αγοράς προδιαγράφουν μια εικόνα ραγδαίας συρρίκνωσης.
Κατά την έναρξη των εργασιών του 6ου Πανελλήνιου Συνεδρίου για το βαμβάκι στην Αθήνα, ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, χαρακτήρισε τη στήριξη του προϊόντος ως στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για ένα «ευοίωνο μέλλον». Στην ομιλία του εστίασε στη διοχέτευση πόρων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, την ένταξη της καλλιέργειας στο πρόγραμμα μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα (με ενίσχυση 31,7 ευρώ ανά στρέμμα), καθώς και στον σχεδιασμό για νέα αρδευτικά έργα, τα οποία εκτίμησε ότι θα μειώσουν το κόστος παραγωγής.
Η ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τους επαγγελματίες του κλάδου που δραστηριοποιούνται στην πρώτη γραμμή της παραγωγικής διαδικασίας. Η κατακόρυφη αύξηση του ενεργειακού κόστους, η άνοδος των τιμών στα αγροτικά εφόδια και η απουσία σύγχρονων εγγειοβελτιωτικών υποδομών, διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον. Το αφήγημα περί ευοίωνων προοπτικών αντικρούεται από τα πρώτα μετρήσιμα στοιχεία της φετινής περιόδου, τα οποία δείχνουν μια κάθετη πτώση των παραγγελιών για σπόρους.
Ενδεικτική της κρισιμότητας της κατάστασης είναι η παρέμβαση του γεωπόνου Ιωάννη Παπαδόπουλου, ιδιοκτήτη καταστήματος αγροτικών εφοδίων στα Φάρσαλα. Περιγράφοντας την πραγματική εικόνα της αγοράς και αποτυπώνοντας την απόγνωση των παραγωγών απέναντι στον αθέμιτο διεθνή ανταγωνισμό, ο κ. Παπαδόπουλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η κατάσταση με το ελληνικό βαμβάκι έχει φτάσει σε ένα εξαιρετικά οριακό σημείο, καθώς το κόστος παραγωγής έχει εκτιναχθεί σε επίπεδα που καθιστούν το προϊόν μας ουσιαστικά μη ανταγωνιστικό στις διεθνείς αγορές. Όταν χώρες όπως η Βραζιλία καταφέρνουν να παράγουν με το 1/5 του δικού μας κόστους, είναι φυσικό οι μεγάλοι προμηθευτές να στρέφουν το ενδιαφέρον τους εκεί, αφήνοντας τους δικούς μας παραγωγούς στο περιθώριο.
Ιδιαίτερα φέτος, η τεράστια αύξηση στην τιμή του πετρελαίου και των λιπασμάτων έχει λειτουργήσει ως χαριστική βολή. Το κόστος των καυσίμων για τα τρακτέρ και των λιπασμάτων για τις καλλιεργητικές εργασίες έχει “πνίξει” κάθε προσδοκία, αναγκάζοντας τους αγρότες να αναθεωρήσουν τα πλάνα τους. Αν είχαν γίνει τα έργα υποδομής, με τα φράγματα νωρίτερα, θα ήμασταν πιο ανταγωνιστικοί ρίχνοντας το κόστος παραγωγής. Ήδη, με βάση τις τρέχουσες παραγγελίες σπόρων στην επαρχία Φαρσάλων, βλέπουμε μια κάθοδο της τάξεως του 30% στις φετινές σπορές βαμβακιού. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αν υπήρχαν περισσότερες βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές, η φυγή από το βαμβάκι θα ήταν ακόμα πιο μαζική».
Ουσιαστικά, η φετινή καλλιεργητική περίοδος αναμένεται να αποτελέσει το πραγματικό κριτήριο για τις αντοχές του κλάδου. Η απόκλιση μεταξύ των κυβερνητικών διακηρύξεων και των τελικών αποφάσεων των παραγωγών στον κάμπο των Φαρσάλων και της Θεσσαλίας, εντείνει την ανάγκη για άμεση αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς. Μένει να φανεί αν η στρατηγική στήριξης που εξαγγέλθηκε θα προλάβει να αντισταθμίσει το αυξημένο λειτουργικό κόστος πριν η μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων παγιωθεί.
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – Γ.Γ.

