Έως και τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ μέχρι τα τέλη του χρόνου «πιθανολογεί» η πορεία του euribor 12μήνου, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει το βασικό επιτόκιο στο 2,75% από 2% που είναι σήμερα. Αν και οι εκτιμήσεις για τρεις αυξήσεις επιτοκίων θεωρούνται μαξιμαλιστικές, καθώς αντανακλούν κυρίως το αυξημένο ρίσκο που συνεπάγεται η διατήρηση της έντασης στη Μέση Ανατολή, το βέβαιο είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις, που είναι ήδη εδώ, έχουν ανακόψει την πορεία σταθεροποίησης ή ακόμη και μείωσης των επιτοκίων που είχε διαφανεί πριν από έναν περίπου μήνα, προεξοφλώντας την άνοδο κατά 50 μονάδες έως τα τέλη του χρόνου.
Οι επιπτώσεις στο κόστος χρήματος αποτυπώνονται ήδη στην άνοδο των spreads των ομολόγων, με βάση τα οποία δανείζονται οι τράπεζες, αλλά και στην πορεία του euribor 3μήνου, που από την περιοχή του 1,9% που ήταν στις 6 Φεβρουαρίου βρίσκεται πλέον στο 2,13%. Ενδεικτικό της «ευαισθησίας» στο μέτωπο των επιτοκίων είναι ότι η επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η οποία δημιούργησε ενεργειακό σοκ στην ευρωπαϊκή οικονομία, είχε οδηγήσει το euribor από το -0,5% στο 3,9% τον Οκτώβριο του 2023, οπότε και καταγράφηκε η υψηλότερη τιμή, για να αρχίσει να αποκλιμακώνεται στη συνέχεια.
Η επίπτωση στο κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα αρχίσει να αποτυπώνεται σταδιακά από τον επόμενο μήνα, όταν δηλαδή ανατιμολογούνται οι δόσεις των δανείων – και θα περάσει οριζόντια σε όλα τα δάνεια που είναι κυμαινόμενου επιτοκίου και τιμολογούνται με βάση το euribor ενός ή τριών μηνών.
Mε τις επιπτώσεις πάντως στον πληθωρισμό να θεωρούνται δεδομένες και τις πρώτες εκτιμήσεις για τον ρυθμό ανάπτυξης να είναι ψαλιδισμένες, το ερώτημα είναι κατά πόσο οι εξελίξεις θα ανακόψουν την επενδυτική διάθεση από την πλευρά των επιχειρήσεων, αλλά και την προσφυγή σε δανεισμό των νοικοκυριών κυρίως για την αγορά κατοικίας, τομέας στον οποίο οι τράπεζες έχουν ρίξει το βάρος τους το τελευταίο διάστημα.
Το euribor 3μήνου, από τα επίπεδα του 1,9% που ήταν στις 6 Φεβρουαρίου, βρίσκεται πλέον στο 2,13%.
Ενα πρώτο crash test θα αποτελέσουν οι συμβασιοποιήσεις των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, μετά και την επίσπευση της προθεσμίας από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών από τα τέλη Αυγούστου στα τέλη Μαΐου.
Η επίσπευση υποχρεώνει τις τράπεζες να φέρουν τρεις περίπου μήνες πιο κοντά την καταληκτική ημερομηνία για την υπογραφή των συμβάσεων με τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη υποβάλει επενδυτικά σχέδια και σύμφωνα με εκτιμήσεις θα λειτουργήσει ως μεγάλο ξεκαθάρισμα στα έργα του Ταμείου, με χαμένες κυρίως τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις από τους κλάδους του τουρισμού και της βιομηχανίας. Η επιτάχυνση, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να αποφύγει η χώρα να επιβαρυνθεί με «πέναλτι» ύψους άνω των 300 εκατ. ευρώ για δεσμεύσεις που δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει, δημιουργεί προς το παρόν αυξημένη ζήτηση για νέα δάνεια, αλλά η τάση αυτή έχει ημερομηνία λήξης τα τέλη Μαΐου.
Στα τραπεζικά επιτελεία επικρατεί πανικός προκειμένου να εντάξουν όσες περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν στο στενό χρονικό διάστημα που απομένει, με τις εκτιμήσεις πάντως να κάνουν λόγο για αδυναμία κάλυψης όλων των αιτημάτων τα οποία έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα, με συνέπεια ένας σημαντικός αριθμός κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων να χάνει το τρένο του φθηνού δανεισμού που εξασφαλίζει το Ταμείο. Με αυτό το δεδομένο και κόντρα στη γενικότερη αβεβαιότητα, η ζήτηση για δανεισμό εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλή για ένα τουλάχιστον δίμηνο ακόμη, έως ότου ξεκαθαρίσει και το τοπίο στο μέτωπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή και το οποίο τελικά θα κρίνει το βάθος της κρίσης που θα επιφέρει στην οικονομία.
Σε ό,τι αφορά τα νοικοκυριά, η αβεβαιότητα έρχεται να κουμπώσει στη χαμηλή ήδη ζήτηση για δάνεια αγοράς κατοικίας. Κρίσιμη παράμετρο θα αποτελέσει το κατά πόσο οι τράπεζες θα «επιμείνουν» στα χαμηλά επιτόκια σταθερής διάρκειας που προσφέρουν σήμερα και τα οποία διαμορφώνουν, π.χ., το σταθερό επιτόκιο για δέκα χρόνια στο 3,8%-3,9%, ενώ για μικρότερες σταθερές διάρκειες, π.χ. 5 ετών, το μέσο επιτόκιο είναι κοντά στο 3,5%. Με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις τα επιτόκια αυτής της κατηγορίας θα «αντέξουν» μέχρι νεωτέρας από το μέτωπο του πολέμου, διατηρώντας το κόστος για την αγορά κατοικίας σε προσιτά επίπεδα.
Αντιθέτως, με κυμαινόμενο επιτόκιο τιμολογούνται όλα τα παλιά στεγαστικά δάνεια, αλλά και τα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου», που επίσης καθορίζονται με βάση το euribor, αλλά έχουν επιδότηση 50%, μειώνοντας το τελικό κόστος κοντά στο 1,9% (3,8%/2). Στα παλιά στεγαστικά δάνεια η επιβάρυνση από τις αυξομειώσεις των επιτοκίων έχει να κάνει και με τη διάρκεια που απομένει έως την αποπληρωμή του δανείου, καθώς π.χ. σε ένα δάνειο 20ετίας ο οφειλέτης αποπληρώνει μεγαλύτερο μέρος τόκων τα δέκα πρώτα χρόνια και τα υπόλοιπα περισσότερο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα όσοι είναι κοντά στην αποπληρωμή να είναι λιγότερο «ευαίσθητοι» στην πορεία των επιτοκίων.

