Με μεγαλοπρέπεια και κατάνυξη τελέσθηκε σήμερα το απόγευμα της Πέμπτης, 26 Μαρτίου, η Ακολουθία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων στον Ιερό Ναό Αγίου Βησσαρίωνος στο Μεγάλο Ευΰδριο Φαρσάλων, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Τιμοθέου.
Το νόημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
Κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του προς το εκκλησίασμα, ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε έναν βαθύτατα πνευματικό λόγο, εστιάζοντας στον σκοπό της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής καθώς η περίοδος αυτή οδεύει προς την ολοκλήρωσή της. Υπογράμμισε πως η Εκκλησία παρέχει στους πιστούς τα απαραίτητα πνευματικά μέσα για την κατανόηση της θείας θυσίας και την επίτευξη της ένωσης με τον Θεό.


Αναφερόμενος στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ο Μητροπολίτης κ. Τιμόθεος τόνισε ότι μέσω της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού επετεύχθη η ένωση του κτιστού με το άκτιστο, προσφέροντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα να καταστεί «Θεός κατά χάρη». Επισήμανε δε, πως η προσευχή, η νηστεία, η μετάνοια και η Θεία Κοινωνία αποτελούν τα εργαλεία για την κάθαρση της καρδιάς από τον εγωισμό και τα βαρίδια που περιορίζουν την πνευματική ελευθερία.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην Ακολουθία των Προηγιασμένων Δώρων, την οποία ο Μητροπολίτης χαρακτήρισε ως προέκταση της ημέρας του Μεγάλου Κανόνος. Εξήρε το έργο του Αγίου Ανδρέου Κρήτης, περιγράφοντάς το ως ένα λυρικό θεολογικό κείμενο που προβάλλει παραδείγματα δικαίων και αμαρτωλών για να υποδείξει την οδό της μετανοίας, ενώ υπογράμμισε τον αφυπνιστικό χαρακτήρα που καλεί τους πιστούς σε εντονότερο πνευματικό αγώνα.


Σχολιάζοντας το παλαιοδιαθηκικό ανάγνωσμα από το βιβλίο της Γενέσεως, ο Σεβασμιώτατος στάθηκε στον διάλογο του Θεού με τον Αβραάμ πριν την καταστροφή των Σοδόμων. Μέσα από την επιμονή του Αβραάμ, αναδείχθηκε η αξία της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και ο παιδαγωγικός ρόλος του Θεού, ο οποίος επιτρέπει την πνευματική απομάκρυνση ώστε ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την ανάγκη της θείας παρουσίας.
Παράλληλα, ο Σεβασμιώτατος κ. Τιμόθεος άσκησε κριτική στον σύγχρονο εγωκεντρισμό, τονίζοντας ότι η προσκόλληση στο «εγώ» και την αυτοπροβολή απομονώνει τον άνθρωπο. Αντιπαρέβαλε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την ταπείνωση, σημειώνοντας ότι μέσω αυτής το άτομο δεν εκμηδενίζεται, αλλά απελευθερώνεται από τα πάθη και μαθαίνει να συμπάσχει με τον πλησίον του.
Κλείνοντας την ομιλία του, παρομοίασε την πνευματική ζωή με τον αγώνα ενός αθλητή που κοπιάζει για το βραβείο, καλώντας τους χριστιανούς να επιδιώκουν την αγιοσύνη «εν φόβω Θεού». Τέλος, απηύθυνε ευχές για το υπόλοιπο της Τεσσαρακοστής και την επερχόμενη Ανάσταση, εκφράζοντας την ελπίδα η παρουσία του Αναστημένου Χριστού να αποτελέσει ζωντανό βίωμα για όλους τους πιστούς.
