Η άνοιξη είναι για τους περισσότερους συνώνυμη με την ανανέωση, τα λουλούδια και τις μεγαλύτερες σε διάρκεια φωτεινές ημέρες. Για ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, όμως, συνοδεύεται από φτέρνισμα, καταρροή, φαγούρα στα μάτια και αίσθημα κόπωσης. Οι εποχικές αλλεργίες, γνωστές και ως αλλεργική ρινίτιδα, αποτελούν μία από τις συχνότερες αλλεργικές παθήσεις και επηρεάζουν τόσο παιδιά όσο και ενήλικες.
Η βασική αιτία είναι η γύρη των φυτών. Κατά την περίοδο της ανθοφορίας, δέντρα, αγριόχορτα και γρασίδια απελευθερώνουν μεγάλες ποσότητες γύρης στην ατμόσφαιρα για να αναπαραχθούν. Σε άτομα με προδιάθεση, το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει λανθασμένα τη γύρη ως «απειλή» και ενεργοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς. Έτσι, παράγονται αντισώματα και απελευθερώνονται ουσίες όπως η ισταμίνη, που ευθύνεται για τα περισσότερα ενοχλητικά συμπτώματα.
Τα πιο συνηθισμένα περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενο φτέρνισμα, ρινική συμφόρηση ή καταρροή, κνησμό στη μύτη και στα μάτια, δακρύρροια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βήχα ή αίσθημα πίεσης στο κεφάλι. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν, επίσης, διαταραχές στον ύπνο και μειωμένη συγκέντρωση, κάτι που επηρεάζει την απόδοσή τους στην εργασία ή στο σχολείο. Δεν είναι σπάνιο, μάλιστα, τα συμπτώματα να συγχέονται με ένα απλό κρυολόγημα, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται για πρώτη φορά, γεγονός που καθυστερεί τη σωστή αντιμετώπιση.
Οι αλλεργίες της άνοιξης δεν είναι απλώς μία «ενόχληση». Όταν δεν αντιμετωπίζονται σωστά, μπορεί να επιδεινώσουν άλλες καταστάσεις, όπως το άσθμα, ή να οδηγήσουν σε ιγμορίτιδα. Επιπλέον, η χρόνια φλεγμονή της ρινικής κοιλότητας μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά την ποιότητα ζωής. Σε παιδιά και εφήβους οι επίμονες αλλεργίες ενδέχεται να επηρεάσουν ακόμη και τη σχολική τους επίδοση ή τη συμμετοχή τους σε αθλητικές δραστηριότητες.
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο ιστορικό και στα συμπτώματα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο γιατρός μπορεί να προτείνει δερματικά τεστ ή εξετάσεις αίματος για τον εντοπισμό των υπεύθυνων αλλεργιογόνων. Η σωστή αναγνώριση της αιτίας είναι καθοριστική, καθώς επιτρέπει πιο στοχευμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση. Παράλληλα, βοηθά τον ασθενή να κατανοήσει ποιοι παράγοντες επιδεινώνουν την κατάστασή του και να προσαρμόσει την καθημερινότητά του αναλόγως.
Σημειώνεται ότι οι κλιματικές αλλαγές και η ατμοσφαιρική ρύπανση φαίνεται να παρατείνουν και να εντείνουν την περίοδο της ανθοφορίας, αυξάνοντας τη συγκέντρωση της γύρης στον αέρα. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εμφανίζουν συμπτώματα ή βιώνουν πιο έντονες αντιδράσεις σε σχέση με το παρελθόν. Σε αστικά κέντρα, όπου η ρύπανση είναι αυξημένη, τα αλλεργιογόνα σωματίδια μπορεί να γίνονται ακόμη πιο επιθετικά για το αναπνευστικό σύστημα. Η κατανόηση του μηχανισμού της αλλεργίας είναι το πρώτο βήμα για την αποτελεσματική διαχείρισή της.
Πώς να μειώσετε τα συμπτώματα
Με δεδομένο ότι η κλιματική αλλαγή και η αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση εντείνουν τη διάρκεια και την ένταση των συμπτωμάτων, η σωστή πρόληψη γίνεται πιο σημαντική από ποτέ. Η αντιμετώπιση των ανοιξιάτικων αλλεργιών βασίζεται σε δύο άξονες: τον περιορισμό της έκθεσης στη γύρη και τη σωστή ιατρική αγωγή, όπου χρειάζεται. Σε επίπεδο πρόληψης είναι σημαντικό να ενημερώνεστε για τα επίπεδα γύρης στην περιοχή σας, ιδιαίτερα τις ημέρες με έντονο άνεμο. Τέτοιες ημέρες καλό είναι να περιορίζετε τις εξωτερικές δραστηριότητες, κυρίως τις πρωινές ώρες που η συγκέντρωση της γύρης είναι υψηλότερη.
Η χρήση γυαλιών ηλίου μπορεί να μειώσει την επαφή της γύρης με τα μάτια. Το κλείσιμο των παραθύρων στο σπίτι και στο αυτοκίνητο, καθώς και η χρήση φίλτρων αέρα ή κλιματισμού, μπορούν επίσης να μειώσουν την έκθεση. Μετά την επιστροφή στο σπίτι, συνιστάται αλλαγή ρούχων και ντους, ώστε να απομακρύνεται η γύρη από το δέρμα και τα μαλλιά. Το συχνό πλύσιμο των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων βοηθά επιπλέον στον περιορισμό των αλλεργιογόνων στον εσωτερικό χώρο. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στον αερισμό του σπιτιού, προτιμώντας ώρες με χαμηλότερα επίπεδα γύρης, όπως αργά το βράδυ.
Όσον αφορά τη θεραπεία υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα που ανακουφίζουν από τα συμπτώματα, όπως αντι-ισταμινικά, ρινικά σπρέι με κορτικοστεροειδή και αποσυμφορητικά. Η επιλογή πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με γιατρό ή φαρμακοποιό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παιδιά, εγκύους ή άτομα με χρόνια νοσήματα. Σε πιο επίμονες περιπτώσεις, η ανοσοθεραπεία (απευαισθητοποίηση) μπορεί να προσφέρει μακροχρόνια βελτίωση, «εκπαιδεύοντας» το ανοσοποιητικό σύστημα να μην αντιδρά υπερβολικά.
Οι αλλεργίες της άνοιξης μπορεί να είναι ενοχλητικές, όμως με σωστή ενημέρωση και κατάλληλα μέτρα μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο. Η έγκαιρη αντιμετώπιση όχι μόνο μειώνει τα συμπτώματα, αλλά προστατεύει και τη συνολική υγεία, επιτρέποντάς μας να απολαμβάνουμε την πιο όμορφη εποχή του χρόνου χωρίς περιορισμούς.
Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»

