Από τον Βαγγέλη Κυριάκη
Σήμερα, όταν γίνεται λόγος για Θέατρο, συχνά ο νους μας πάει, θετικά, στο ελληνικό κλασικό Θέατρο. Στο Βυζάντιο, όταν ο λαός άκουγε για Θέατρο, σκεφτόταν τα πανηγύρια και τα ξεφαντώματα, τα οποία όμως δεν ήταν άσχετα προς τις συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Γεννάται, επομένως, το ερώτημα γιατί οι Βυζαντινοί, ενώ διατήρησαν τον πλούτο της αρχαιότητας, σε αυτόν τον τομέα του πολιτισμού παρουσιάζουν τέτοια απόκλιση. Η απάντηση είναι ότι από την κλασική εποχή μέχρι τις αρχές της βυζαντινής εποχής υπάρχει διάστημα 8-9 αιώνων. Σε αυτό το διάστημα συνέβησαν κοσμογονικές ανακατατάξεις σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής ζωής των γενεών που ζούσαν στον χώρο, όπου έζησε ο Ελληνισμός. Αυτές οι αλλαγές διαμόρφωσαν νέα πολιτιστικά ήθη και επηρέασαν το περιεχόμενο και τον ρόλο του Θεάτρου, το οποίο από την ελληνιστική εποχή άρχισε να χάνει τον βαθύ φιλοσοφικό και στοχαστικό προβληματισμό. Αν και συνέχιζαν να ανεβαίνουν στη σκηνή τραγωδίες (του Ευριπίδη και του Σοφοκλή), η κύρια θεματολογία του ήταν διαφορετική. Η Νέα Κωμωδία, σε αντίθεση με την Αριστοφανική, έχει χάσει τον πολιτικό της χαρακτήρα.
Η αλλοίωση της μορφής του αρχαίου δράματος, είχε αρχίσει, κυρίως, με την κατάληψη του ελληνικού κόσμου από την αυτοκρατορία της Ρώμης. Κύριο θεατρικό δρώμενο ήταν ο «παντομίμος». Ήταν παράσταση ενός προσώπου, του μίμου ή ενός χορευτή, ο οποίος παρουσίαζε μία υπόθεση χωρίς ομιλία, αλλά με μουσική συνοδεία. Στους μίμους, αλλά και γενικότερα στους διασκεδαστές, συγκαταλέγονταν τραγουδιστές, ακροβάτες, ζογκλέρ, ταχυδακτυλουργοί, χορευτές, θηριοδαμαστές με αρκούδες ή πιθήκους, παραμυθάδες και γελωτοποιοί. Ενσωμάτωναν, εν μέρει, την έννοια του σημερινού ‘’performer’’. Υποδύονταν πρόσωπα από όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις: δούλους, στρατηγούς, γυναίκες, εκκλησιαστικά πρόσωπα, γιατρούς, ιδιοκτήτες ταβερνών, ρήτορες, συμβολαιογράφους, μοιχούς κλπ. Με καυστικό τρόπο σατίριζαν και γελοιοποιούσαν συμπεριφορές τους μέσα από χονδροειδείς αστεϊσμούς, ευτράπελες μιμητικές χειρονομίες και βωμολοχίες. Επίσης, αφορμές έπαιρναν από την κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα και τα ευτράπελά της, τη μυθολογία, την οποία προσάρμοζαν στην επικαιρότητα. Στους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου σατίριζαν έντονα τις τελετές της νέας Θρησκεία και, ιδιαίτερα το μυστήριο της Βάπτισης, καθώς αυτό σήμαινε την απάρνηση του παγανιστικού κόσμου και την είσοδο στον νέο, τον χριστιανικό.
Το ‘’ελαφρύ’’ περιεχόμενο και η νέα μορφή των θεατρικών παραστάσεων οδήγησαν στην απαξίωση της θεατρικής τέχνης. Έτσι, ο Ελληνισμός υιοθέτησε τα νέα ρωμαϊκά θεατρικά ήθη, έχοντας διατηρήσει παράλληλα τελετές που σχετίζονταν με τη λατρεία της Δήμητρας, του Βάκχου, του Διόνυσου και της Αφροδίτης ως θεών της χαράς και του έρωτα. Σε αυτές τις εκδηλώσεις κυριαρχούσε ο χορός, το φαγοπότι, το κρασί, τα χαρτοπαίγνια και η ελευθεριότητα στη συμπεριφορά. Το πνεύμα αυτό ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα ήθη που πρέσβευε για τον άνθρωπο η νέα Θρησκεία. Επιπλέον, ο λαός δεν ήταν συνηθισμένος να παρακολουθεί τελετές σε εσωτερικό χώρο και προτιμούσε τις εκδηλώσεις στις πλατείες και στους δρόμους. Αυτά τα στοιχεία οδήγησαν στην αντιπαλότητα μεταξύ της Εκκλησίας και των μίμων. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (4οςαι.) απευθυνόμενος προς τον άνθρωπο της εποχής, τον επιτιμά, λέγοντας: ‘’πίνεις, κυβεύεις, παίζεις, γελάς’’.
Με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και νόμους του κράτους απαγορεύτηκαν οι κοσμικές θεατρικές παραστάσεις και οι πρωταγωνιστές τους στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, όπως λ.χ. να κληρονομούν και να παρίστανται ως μάρτυρες. Ωστόσο, ο λαός εξακολουθούσε να τρέχει στις εκδηλώσεις τους και η Εκκλησία υποχώρησε ως προς τον χρόνο τέλεσής τους. Απαγόρευσε να γίνονται αυτές στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και τις Κυριακές να γίνονται μετά τη θεία λειτουργία. Ανάλογη στάση διαμόρφωσε και το κράτος. Από τα μέσα του 9ου αι., προστάτευσε το θέατρο και τους συντελεστές του, μίμους, γελωτοποιούς, χορευτές κλπ. Έτσι, αυτοί αναβαθμίζονται κοινωνικά και προστατεύονται νομικά. Σε πολιτικό επίπεδο, συχνά, οι μίμοι χρησιμοποιούνταν από τους μεγάλους δήμους, δηλ. τις πολιτικές φατρίες, για διάφορους σκοπούς με δημόσιο χαρακτήρα: παραστάσεις στον Ιππόδρομο, ή να συνοδεύουν την περιφορά περίεργων ζώων και τη διαπόμπευση προσώπων(κλεφτών, στασιαστών, βιαστών, παιδεραστών κλπ.). Στον Ιππόδρομο ή σε άλλες οργανωμένες εκδηλώσεις αναλάμβαναν την εκπροσώπηση του λαού και γίνονταν γέφυρά του προς την εξουσία. Εξέφραζαν κοινωνικά αιτήματα, επιδοκίμαζαν ή αποδοκίμαζαν με φωνασκίες αποφάσεις του κράτους ή κατήγγειλαν ατασθαλίες αξιωματούχων.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής περιστατικά. Πρώτον: Στις αρχές τον 6ου αι. ο βυζαντινός λαός υπέφερε από τον κεφαλικό φόρο που ονομαζόταν χρυσαργύριον και είχε καθιερωθεί από τον Μ. Κωνσταντίνο να καταβάλλεται κάθε 4-5 χρόνια. ΄Ηταν γνωστός ως φόρος «υπέρ ούρων και κοπρίας» ανθρώπων και ζώων, των πόλεων και της υπαίθρου. Ήταν, δηλ. καθαρά ένας φόρος προστασίας του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, αλλά βαρύς. Τότε, ο τραγικός Τιμόθεος από τη Γάζα έγραψε μία τραγωδία που είχε μορφή χοροδράματος με χορωδιακά τραγούδια με θέμα τα φορολογικά προβλήματα του λαού. Η παράσταση δόθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ σε μία δεξίωση για τους πρέσβεις του Ισραήλ. Ήταν τόση η απήχησή της, που ο Αναστάσιος διέταξε αμέσως να καταργηθεί ο φόρος και να καούν τα σχετικά έγγραφα στο Ιππόδρομο, ώστε να μην χρησιμοποιηθούν από τους διαδόχους του για την επαναφορά αυτού του φόρου. Όπως γράφει ο Χορίκιος, ένας ρήτορας της εποχής, «οι ηθοποιοί με τα σκώμματα σωφρονίζουν τους άρχοντες και ωφελούν την πολιτεία».
Το δεύτερο περιστατικό είναι από τις αρχές του 9ου αι: Ένας πραιπόζητος, αρχιθαλαμηπόλος του παλατιού, άρπαξε το καράβι μιας χήρας με ολόκληρο το φορτίο. Η χήρα, παρά τις προσπάθειές της στις αρμόδιες αρχές δεν κατάφερε να το πάρει πίσω. Τότε απευθύνθηκε στους μίμους του Ιπποδρόμου, οι οποίοι μπορούσαν να εμφανιστούν μπροστά στον αυτοκράτορα. Οι μίμοι ετοίμασαν μία παράσταση. Έσυραν ένα ‘’καραβίτσιν’’ στη σκηνή και άρχισαν έναν αυτοσχέδιο διάλογο. Α΄ Μίμος: Χάνε, κατάπιο το. Β΄ Μίμος: Δεν μπορώ. Α΄ Μίμος: Ο πραιπόζητος Νικηφόρος κατάπιε το πλοίο της χήρας γεμάτο, και συ δεν είσαι άξιος να φας αυτό το καραβάκι;
Ο αυτοκράτορας που ήταν παρών ζητά να μάθει αν το αδίκημα έγινε στην πραγματικότητα. Του φέρνουν μπροστά του τη χήρα, η οποία του ανιστορεί το συμβάν και τότε διατάζει να του φέρουν τον πραιπόζητο ντυμένο με την επίσημη στολή του και να τον κάψουν στον Ιππόδρομο. Στη χήρα επιστρέφουν το καράβι και ένα μέρος από την περιουσία του πραιπόζητου. Πρόκειται για «αριστοφανική κωμωδία με τραγική έξοδο», αλλά και κραυγαλέα απόδειξη της κοινωνικής προσφοράς και του ρόλου των μίμων.

