Την ώρα που η διεθνής κοινότητα αναλώνεται σε θεωρητικές συζητήσεις για την καθιέρωση της τετραήμερης εργασίας, η Ολλανδία εφαρμόζει το μοντέλο αυτό στην πράξη εδώ και δεκαετίες. Με τον μέσο όρο εργασίας να κυμαίνεται στις 32,1 ώρες εβδομαδιαίως —το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. έναντι του μέσου όρου των 36 ωρών— η χώρα αποτελεί ένα ζωντανό εργαστήριο κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων.
Η στροφή προς τα ωράρια αυτά δεν επιβλήθηκε άνωθεν μέσω νομοθεσίας, αλλά προέκυψε ως φυσική εξέλιξη κοινωνικών αλλαγών που ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’80. Καταλυτικός παράγοντας ήταν η μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, η οποία δημιούργησε το μοντέλο του «ενάμιση εισοδηματία», καθιστώντας τη μερική απασχόληση βασικό εργαλείο για την οικογενειακή ισορροπία. Σταδιακά, η νοοτροπία αυτή υιοθετήθηκε και από τους άνδρες, ιδιαίτερα τους νέους πατέρες, αποσυνδέοντας την καριέρα από την εξαντλητική πενθήμερη παρουσία στο γραφείο. Πλέον, η πρακτική συμπίεσης του πλήρους ωραρίου σε τέσσερις ημέρες είναι ευρέως διαδεδομένη, με τα συνδικάτα να πιέζουν για την επίσημη θεσμοθέτησή της.
Παρά τις ανησυχίες, η οικονομική ευρωστία της Ολλανδίας, που παραμένει μια από τις πλουσιότερες χώρες του ΟΟΣΑ, αποδεικνύει ότι η μείωση των ωρών δεν συνεπάγεται οικονομική καταστροφή. Το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό είναι εξαιρετικά υψηλό (82%), υποδηλώνοντας ότι ο φόρτος εργασίας διαμοιράζεται σε περισσότερους ανθρώπους. Ωστόσο, οι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανή στασιμότητα. Η γήρανση του πληθυσμού και τα κενά σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία και η παιδεία, δημιουργούν την ανάγκη για αύξηση της προσφοράς εργασίας. Το στοίχημα για τη χώρα είναι να διατηρήσει το υψηλό βιοτικό επίπεδο χωρίς να χάσει την ανταγωνιστικότητά της, σε μια περίοδο όπου η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη για μια 15ετία.
Σε επιχειρηματικό επίπεδο, το ολλανδικό μοντέλο διδάσκει ότι ο περιορισμός των ανούσιων συσκέψεων και η σωστή ιεράρχηση μπορούν να καλύψουν το κενό του χρόνου, βελτιώνοντας παράλληλα την υγεία και την αφοσίωση των εργαζομένων. Βέβαια, υπάρχουν και αρνητικές πτυχές, καθώς η μερική απασχόληση συχνά λειτουργεί ως εμπόδιο για την ανέλιξη των γυναικών σε ανώτερες διοικητικές θέσεις.
Όπως επισημαίνει ο Bert de Wit, συνιδρυτής της Positivity Branding, το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτισμικό. Στην εταιρεία του, οι εργαζόμενοι δουλεύουν 32 ώρες την εβδομάδα με πλήρεις αποδοχές, χωρίς να χρειάζεται να αυξήσουν τον φόρτο εργασίας τους. Το μυστικό, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται στο «να δουλεύεις εξυπνότερα, όχι σκληρότερα», διασφαλίζοντας την ισορροπία μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής.
Τα συνδικάτα υποστηρίζουν ότι η μείωση των ημερών εργασίας τονώνει την ενέργεια και κρατά τους ανθρώπους ενεργούς στην αγορά εργασίας για περισσότερα χρόνια. Από την άλλη πλευρά, ο ΟΟΣΑ εκφράζει επιφυλάξεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του μοντέλου λόγω των δημογραφικών πιέσεων. Ο οικονομολόγος του οργανισμού, Nicolas Gonne, τονίζει ότι παρά τον πλούτο της χώρας, οι περιορισμοί είναι ορατοί: καθώς οι συνταξιούχοι αυξάνονται, η ανάγκη για διεύρυνση της προσφοράς εργασίας γίνεται επιτακτική για να διατηρηθεί η οικονομική ισορροπία.


