Ένας από τους πυλώνες της γυναικείας καθημερινότητας στη μεταπολεμική ύπαιθρο
Γράφει ο Ε.Κυριάκης (Δρ.Ιστορίας)
Στα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου το σπίτι της μοδίστρας στο χωριό ήταν χώρος συνάντησης γυναικών, αλλά και μαθητείας για κορίτσια, που μάθαιναν την τέχνη της μοδιστρικής. Από αυτήν τη μικρή «κυψέλη» ζωής, όπως την κατέγραψε το βλέμμα ενός παιδιού, αναδύονται εικόνες και συμπεριφορές που φωτίζουν τη θέση και τους ρόλους των γυναικών στην ύπαιθρο την περίοδο 1958-1964.
Στη μεταπολεμική δεκαετία του 1950 ο κόσμος στην επαρχία Φαρσάλων προσπαθούσε να ορθοποδήσει και από τα δεινά των δύο σεισμών. Έτσι, τα περιορισμένα οικονομικά οδηγούσαν τις γυναίκες στις μοδίστρες του χωριού, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ένδυση. Μία από αυτές ήταν η Λένω. Γεννημένη πέντε χρόνια πριν ξεσπάσει ο πόλεμος του ’40, δεν μπόρεσε να πάει στο Δημοτικό Σχολείο και η ανάγκη για επιβίωση την οδήγησε να μάθει την τέχνη της μοδιστρικής. Στα είκοσί της χρόνια είχε, ήδη, την ομάδα της με τα «μοδιστράκια». Η ηλικία τους έκανε την ομάδα να μοιάζει με σχολική τάξη: Η μοδίστρα, δασκάλα και τα μοδιστράκια, μαθήτριες. Εκείνη λεπτή, με μια πλατιά κορδέλα στο κεφάλι της, για να συγκρατεί τα καστανά μαλλιά της, μια καρφίτσα στα σφιγμένα χείλη της – κακή της συνήθεια -, τη δακτυλήθρα και το βελόνι στο χέρι, τη μεζούρα στον λαιμό, καθόταν στη μαύρη ραπτομηχανή Singer.
Απέναντί της, η Μαρία, η Ευανθία, η Ευθυμία και η Παναγιώτα, καθισμένες σε δύο καρέκλες και δύο ξύλινα σκαμνάκια, παρακολουθούσαν τις πρώτες οδηγίες της: πώς στριφώνουν, πώς καρικώνουν, πώς κόβουν το πατρόν. Ο χώρος της μοδίστρας μετατράπηκε, σταδιακά, σε χώρο μαθητείας για τα νεαρά κορίτσια, όχι μόνο για το επάγγελμα αλλά και για την κοινωνικοποίησή τους. Καθημερινά έρχονταν σε επικοινωνία με πολλές γυναίκες του χωριού, που πήγαιναν να ράψουν, άκουγαν διάφορες απόψεις για ζητήματα και ωρίμαζαν. Εκεί, γνώριζαν τους ταφτάδες, τις μουσελίνες, τα μεταξωτά, αλλά και τα τσιτάκια, τα φτηνότερα υφάσματα, και έπαιρναν μια ιδέα για την οικονομική διαστρωμάτωση στο χωριό. Κάποιες φορές, βέβαια, η επίσκεψη στη μοδίστρα γινόταν αφορμή να τραβηχτεί το πέπλο που σκέπαζε τον μικρόκοσμο του χωριού. Στην πρόβα, η μοδίστρα με το τσίμπημα της καρφίτσας ή του βελονιού τσιμπούσε, μεταφορικά, και την ψυχή των γυναικών. Τότε, ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη και λίγα μισόλογα αποκάλυπταν εγκλωβισμένες ψυχές στα αυστηρά όρια της οικογένειας και της κοινωνίας του χωριού.
Γρήγορα, όμως, «μοιραίες και άβουλες», έπνιγαν με έναν λυγμό τους ανείπωτους καημούς τους και έσβηναν μονομιάς οι μικρές εκρήξεις και απόπειρες απόδρασης προς την ατομική ελευθερία. Όταν τέτοιες πρόβες τελείωναν, η μοδίστρα, φορτισμένη, έστελνε το δικό της μήνυμα στα «κορίτσια» της: «Κακομοίρες μου, μην ακούσω να βγει καμιά κουβέντα έξω από ’δω. Αλίμονό σας. Ό,τι ακούτε εδώ, μένει εδώ». Αυτή, λοιπόν, η στάση πρόδιδε την κοινωνική διάσταση του ρόλου της, πέρα από την επαγγελματική της ενασχόληση. Έτσι, οι έφηβες, μαζί με την τέχνη, έπαιρναν και μηνύματα, απαραίτητα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους και την κοινωνικοποίησή τους. Τέτοια μηνύματα δεν θα είχαν αν παρέμεναν στο σπίτι τους. Σε αυτό συνέβαλε και το γενικότερο κλίμα που καλλιεργούσε η μοδίστρα, η οποία για χάρη τους παραβίασε ακόμη και το έθιμο του πένθους που τη βάραινε λόγω του πρόσφατου θανάτου της μητέρας της. Σύμφωνα με αυτό, το ραδιόφωνο – η «πολυτέλεια» του σπιτιού – παρέμενε σιωπηλό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, εκείνη επέτρεψε τη λειτουργία του, γνωρίζοντας πόσο σημαντική ήταν η επαφή με τον έξω κόσμο, καθώς τα μοδιστράκια δεν διέθεταν ραδιόφωνο στα σπίτια τους. Άλλωστε, σε ολόκληρο το χωριό, πριν από το 1960, ραδιόφωνο υπήρχε μόνο στο δικό της σπίτι και στο καφενείο του Αλέκου.
Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς πώς συνυπήρχε η φτώχεια με την «πολυτέλεια» του ραδιοφώνου. Επρόκειτο για μια οικονομική «θυσία» του μεγάλου αδερφού της, ο οποίος πίστευε βαθιά στην αξία της ενημέρωσης. Αυτήν τη δυνατότητα απολάμβαναν οι έφηβες, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στη μουσική και στα καλλιτεχνικά νέα, που συνόδευαν την καθημερινή τους εργασία. Με τον εφηβικό τους αυθορμητισμό και τους αστεϊσμούς, που, συνήθως, ξεκινούσαν από το πειραχτήρι της παρέας, την Παναγιώτα, έδιναν ζωντάνια στον χώρο που περνούσαν τη μέρα τους. Ωστόσο, όταν τα αστεία ξεπερνούσαν κάποιο όριο, έφτανε μόνο μια ματιά της μοδίστρας, για να βρουν πάλι όλα τον ρυθμό τους. Με τη μοδίστρα να δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον για όλες, αποφεύγονταν παράπονα από μέρους τους και πρόσφεραν πρόθυμα τη βοήθειά τους. Ιδιαίτερα, πριν από τις μεγάλες γιορτές, όταν είχαν φόρτο εργασίας και τα «νυχτέρια» ήταν αναπόφευκτα, τα μοδιστράκια ήταν εκεί. Τα καημένα τα μοδιστράκια… Μόλις τελείωναν αργά το απόγευμα, πήγαιναν για λίγο στα σπίτια τους, έτρωγαν και, γρήγορα, ξαναγύριζαν στην κλωστή, το βελόνι και τη «δακτυλήθρα», για στρίφωμα, ξήλωμα και ξανά ράψιμο και ταίριασμα στις πιέτες και τα βάτα, μέχρι το ξημέρωμα.
Την ολοήμερη κούρασή τους μεγάλωνε η νυχτερινή, κάτω από τον θαμπό φωτισμό της λάμπας πετρελαίου. Γι’ αυτό η μοδίστρα προσπαθούσε να τα ανταμείψει, ράβοντας δωρεάν τα δικά τους ρούχα και αφήνοντάς τα να παραδίνουν τα έτοιμα φορέματα στα σπίτια των πελατισσών, ώστε να αποκομίζουν το ανάλογο κέρασμα. Ακόμη, όταν κάποια πελάτισσα έδινε στην ίδια φιλοδώρημα, το μοίραζε στα «κορίτσια» της. Μεγαλωμένη και η ίδια μέσα στη φτώχεια, αλλά και στην ορφάνια – αφού από πέντε χρονών έμεινε ορφανή από πατέρα – κατανοούσε τα περιορισμένα οικονομικά τους. Η κίνησή της αυτή αποτελούσε μια αναγνώριση των κόπων τους. Ίδια κατανόηση έδειχνε και στη φτώχεια των χωριανών. Γράμματα δεν ήξερε, αλλά την ενσυναίσθηση την είχε αναπτυγμένη όσο έπρεπε. Αυτές οι σκηνές για το πατρικό της σπίτι τελείωσαν οριστικά το 1964, όταν παντρεύτηκε. Στο δωμάτιο όπου έραβε, φάνηκε όλη η «κρυάδα» του τσιμέντου. Μέχρι τότε δεν την είχαν αισθανθεί, γιατί ήταν κρυμμένη κάτω από σωρούς κουρελιών, αλλά, κυρίως, κάτω από τη ζεστασιά που του χάριζε η παρουσία του γυναικείου φύλου. Το σπίτι έχασε επίσης τον ρόλο του ως χώρος που, κάποιες φορές, λειτουργούσε σαν εξομολογητήριο των γυναικών, οι οποίες έβρισκαν εκεί αφορμή για ανακουφιστικές εκμυστηρεύσεις. Από τις πολύχρωμες εικόνες των υφασμάτων και των γυναικείων προσώπων, η παιδική μνήμη διατήρησε το μήνυμα που έστελνε η ηχηρή σιωπή που συνόδευε τις εξομολογήσεις των γυναικών: Ότι υπήρχαν κι άλλοι κόσμοι στο ανθρώπινο σύμπαν, πέρα από αυτόν που έβλεπαν τα αθώα παιδικά μάτια.

