Σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγροτικές κινητοποιήσεις κλονίζουν τα θεμέλια των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, από τις πύλες του Βερολίνου έως την Αψίδα του Θριάμβου και από τις εθνικές οδούς της Ελλάδας έως τις Βρυξέλλες, η συζήτηση για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα αποκτά υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Μιλώντας στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής «Ν» και στον δημοσιογράφο Ανέστη Ντόκα, ο Χρύσανθος Τάσσης, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, αναλύει το παρασκήνιο της συμφωνίας Mercosur και σκιαγραφεί μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού, φαίνεται να προκρίνει τον σταδιακό «ευνουχισμό» της γεωργικής της παραγωγής προς όφελος της βαριάς πολεμικής βιομηχανίας.
Η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος και η Ευρωπαϊκή τάση
Σύμφωνα με τον κ. Τάσση, η τρέχουσα κρίση δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά την κορύφωση μιας τάσης που εμφυλοχωρεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και τρεις δεκαετίες. «Πρόκειται για μια συστηματική προσπάθεια μείωσης του αγροτικού πληθυσμού με απώτερο σκοπό την ουσιαστική εξαφάνιση της γεωργίας στην Ευρώπη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η εξέλιξη αυτή εδράζεται στις κλασικές αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και συγκεκριμένα στη θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος του David Ricardo από το 1817. Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η Ευρώπη καλείται να εξειδικευτεί σε κλάδους υψηλότερης κερδοφορίας, αφήνοντας την παραγωγή τροφίμων σε άλλες γεωγραφικές ζώνες, όπως οι χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). «Επειδή το περιθώριο κερδοφορίας στον αγροτικό τομέα είναι μικρό, αυτός θα πιεστεί μέχρις εσχάτων», συμπληρώνει.
Ενώ η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία —η παραδοσιακή «ατμομηχανή» της Γερμανίας— δέχεται σφοδρή πίεση από την Κίνα και η υψηλή τεχνολογία αποτελεί πεδίο σύγκρουσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου, η Ε.Ε. φαίνεται να αναζητά διέξοδο στις αμυντικές δαπάνες. Η απαίτηση για αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών στο 5% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τις εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι, προοιωνίζεται μια νέα αρχιτεκτονική.
«Η έμφαση μετατοπίζεται πλέον στην πολεμική βιομηχανία», εξηγεί ο καθηγητής, τονίζοντας ότι αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει σε ολιγοπωλιακές τάσεις μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. Από αυτή τη μετάβαση, οι χώρες που αναμένεται να ωφεληθούν είναι ο σκληρός πυρήνας (Γερμανία, Γαλλία) και δευτερευόντως η Ισπανία, η Πολωνία και η Σουηδία.
Η Ελληνική ιδιομορφία
Στο εγχώριο μέτωπο, ο κ. Τάσσης κάνει λόγο για μια βαθιά υποκρισία της πολιτικής ηγεσίας. Ενώ η Ελλάδα συντάσσεται με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, δεν επεξηγείται στους αγρότες ότι η συμφωνία Mercosur ισοδυναμεί με την κατάργηση του αγροτικού τομέα, της κτηνοτροφίας και της αλιείας στη χώρα μας.
«Το πρόβλημα είναι πολιτικό και αφορά μια συνειδητή επιλογή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων», αναφέρει. Για την Ελλάδα, η ένταξη στον διεθνή καταμερισμό εργασίας φαίνεται να περιορίζεται πλέον στη ναυτιλία, τον τουρισμό και τον ρόλο του ενεργειακού διαδρόμου. Η αλλαγή χρήσης γης είναι ήδη ορατή: «Αντί για αγροτική παραγωγή έχουμε φωτοβολταϊκά, και αντί για δάση, ανεμογεννήτριες».
Διατροφική ασφάλεια και ποιότητα
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν είναι αυτό της διατροφικής ασφάλειας και της ποιότητας της αλυσίδας παραγωγής. Οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές και τα αυστηρά πρωτόκολλα για τη χρήση φυτοφαρμάκων απέχουν παρασάγγας από τα αντίστοιχα των χωρών της Λατινικής Αμερικής ή της Τουρκίας. Η υπογραφή της συμφωνίας Mercosur ενδέχεται να οδηγήσει σε μια «αριστοποίηση» της παραγωγής με όρους οικονομίας κλίμακος, αλλά με σοβαρές εκπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων που φτάνουν στο πιάτο του Ευρωπαίου καταναλωτή.
Το έλλειμμα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού
Ο καθηγητής ασκεί δριμεία κριτική στην έλλειψη οράματος για τα επόμενα 50 χρόνια. «Στην Ελλάδα συζητάμε πάντα βραχυπρόθεσμα, για επιδοτήσεις και “pass”, αλλά ποτέ για τη δομική συγκρότηση της χώρας στο μέλλον». Η αύξηση του ΑΕΠ, όπως επισημαίνει, δεν συνεπάγεται αυτόματα και κοινωνική αναδιανομή, ειδικά όταν οι πόροι εκτρέπονται από το κοινωνικό κράτος και τις παραγωγικές επενδύσεις προς την πολεμική μηχανή.
Μια Ένωση σε κρίση
Κλείνοντας την ανάλυσή του, ο κ. Τάσσης υπογραμμίζει ότι οι ιδρυτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης —η αποτροπή ενός πολέμου και η ένωση των λαών— φαίνεται να ξεθωριάζουν. «Δεν είμαστε πλέον μια πολιτική ένωση, αλλά μια νομισματική σύμπραξη ανεξάρτητων χωρών με αποκλίνοντα συμφέροντα».
Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα χωρίς πολιτική ενοποίηση δημιούργησε έναν «τριπλό ανταγωνισμό» (διεθνείς αγορές, ισχυρά κράτη-μέλη, γειτονικές χώρες εκτός Ευρώ), ο οποίος επιδεινώνει τα δομικά ελλείμματα. Η συμφωνία Mercosur, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι το τελευταίο επεισόδιο σε ένα έργο που θέλει την περιφέρεια της Ευρώπης να απολέσει την παραγωγική της βάση για χάρη μιας αβέβαιης γεωπολιτικής ισορροπίας.
Δείτε το βίντεο


