Ο “Κίτσος” απ΄το Χαλίκι σμιλεύει την παράδοση

– Η 70χρονη διαδρομή του Χρήστου Γκέβρου από τα κοπάδια του Ασπροποτάμου μέχρι το εργαστήριό του στα Φάρσαλα – Ένας αυθεντικός λαϊκός τεχνίτης που μετατρέπει το ξύλο σε έμψυχο φορέα μνήμης και πολιτισμού

Σε μια εποχή όπου η χειροπιαστή δημιουργία υποχωρεί σταδιακά μπροστά στην ψηφιακή ευκολία και τη μαζική παραγωγή, ο Φαρσαλινός Χρήστος Γκέβρος στέκεται ως ανάχωμα —μια μοναχική φωνή αντίστασης— στην ομογενοποίηση της εποχής. Λειτουργώντας ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην ελληνική ύπαιθρο και την αυθεντική δημιουργία, παραμένει για τους συγχωριανούς του στο Χαλίκι Ασπροποτάμου, στα ορεινά της Πίνδου, πάντα ο δικός τους «Κίτσος». Πρόκειται για έναν άνθρωπο που εδώ και εβδομήντα χρόνια διατηρεί μια αδιάλειπτη, σχεδόν ιερή συνομιλία με την πρώτη ύλη του βουνού, μετατρέποντας με υπομονή το ξύλο σε έναν έμψυχο φορέα μνήμης και πολιτισμού.

Η ιστορία αυτής της μακρόχρονης σχέσης με το ξύλο ξεκινά από την τρυφερή ηλικία των 15 ετών, όταν ο κ. Χρήστος βρισκόταν ακόμη στα κοπάδια. Τα πρώτα ερεθίσματα ήρθαν αβίαστα μέσα από την καθημερινότητα της κτηνοτροφικής ζωής ανάμεσα στο Χαλίκι και το Δενδροχώρι (Ντινόμπασι) Φαρσάλων. Με βαθιές ρίζες στη βλάχικη παράδοση, ο νεαρός τότε τεχνίτης άρχισε να παρατηρεί τον πατέρα του, αλλά και άλλους κτηνοτρόφους, να κατασκευάζουν γκλίτσες για τις ανάγκες των προβάτων. Σε μια εποχή που η γκλίτσα ήταν το απαραίτητο εργαλείο για τον έλεγχο του κοπαδιού στο πεδίο, βρήκε το έναυσμα να δοκιμάσει τις δικές του δυνάμεις. Με μοναδικό εφόδιο την παρατήρηση και την εσωτερική ορμή, άρχισε να σμιλεύει τις πρώτες του γκλίτσες όποτε έβρισκε χρόνο κατά τη βοσκή ή όταν τα πρόβατα «στάλιζαν», χωρίς να φαντάζεται ότι επτά δεκαετίες μετά, τα έργα του θα φιλοξενούνταν σε έκθεση στο Ίδρυμα «Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή» στα Ιωάννινα, με θέμα: «Σκαλίζοντας το ξύλο – Σμιλεύοντας την μνήμη» με τους κτηνοτρόφους στο Χαλίκι Ασπροποτάμου.

Ένα από τα πλέον γοητευτικά στοιχεία της τέχνης του κ. Γκέβρου είναι η απόλυτη αυτάρκειά του, αλλά και ο ανιδιοτελής χαρακτήρας της ενασχόλησής του. Παρά την υψηλή τεχνική του αρτιότητα, ο κ. Χρήστος συνεχίζει να δημιουργεί ερασιτεχνικά, προσφέροντας τα έργα του κατά κύριο λόγο σε συγγενείς και φίλους, ως μια χειρονομία αγάπης και σύνδεσης με τις κοινές τους ρίζες. Στα χέρια του, ξυράφια σαν αυτά των κουρέων μεταμορφώνονται σε ακριβή εργαλεία σκαλίσματος. «Τα φτιάχνω μόνος μου τα εργαλεία, γιατί πρέπει να είναι ακριβώς για το είδος που φτιάχνω. Οι σουγιές και τα μαχαίρια δεν αντέχουν, το παλιό ατσάλι όμως κόβει», εξηγεί ο ίδιος, αναδεικνύοντας μια βαθιά γνώση της μεταλλουργίας που συμπληρώνει την ξυλογλυπτική του δεινότητα.

Η παλέτα των υλικών που χρησιμοποιεί ο κ. Χρήστος αποτελεί έναν ανάγλυφο χάρτη της ελληνικής χλωρίδας. Για τις γκλίτσες της καθημερινής χρήσης, η οξιά παραμένει ο ακλόνητος σύμμαχος, ιδιαίτερα όταν το ξύλο είναι «γυριστό» από τη φύση του. Για τα «καλά» κομμάτια, ωστόσο, ο τεχνίτης αναζητά το πυξάρι στις δυσπρόσιτες κορυφές του Μετσόβου και της Κατάρας. «Το πυξάρι έχει το χρώμα, έχει τη δουλειά», αναφέρει με το βλέμμα του ανθρώπου που γνωρίζει ότι η πρώτη ύλη είναι αυτή που τελικά υπαγορεύει το αισθητικό αποτέλεσμα. Όταν η συζήτηση στρέφεται στην οικιακή τέχνη, η καρυδιά και η αγριομηλιά παίρνουν τον πρώτο λόγο, προσφέροντας την αρχοντιά και τη στιλπνότητα που απαιτούν οι κορνίζες και τα έπιπλα.

Η τέχνη της καθημερινότητας: Ξύλινες βουτσέλες (παγούρια) που μεταμορφώθηκαν από χρηστικά αντικείμενα των κτηνοτρόφων σε αληθινά κομψοτεχνήματα

 

Σκαλιστές ταμπακιέρες και καθρεφτάκια

Η δημιουργικότητα του κ. Γκέβρου δεν εγκλωβίστηκε ποτέ σε στείρα μουσειακά πρότυπα. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από τις εμβληματικές γκλίτσες, ξύλινες βουτσέλες (παγούρια), ρόκες για υφαντά, μέχρι περίτεχνες ταμπακιέρες και κοσμήματα. Μια πίπα καπνού από τη δεκαετία του ’60, σμιλεμένη σε σχήμα αεροπλάνου, μαρτυρά την ικανότητά του να αφομοιώνει τα ερεθίσματα της εποχής. «Περνούσαν παλαιότερα αεροπλάνα που είχαν τα φτερά διαφορετικά από τα σημερινά πάνω από το χωριό και το σχεδίασα κάνοντάς το πάνω στο ξύλο», λέει απλά, αποδεικνύοντας ότι η λαϊκή τέχνη είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται παράλληλα με τον χρόνο.

Εργαλεία μιας άλλης εποχής: Χειροποίητες ρόκες, σκαλισμένες με μεράκι, που θυμίζουν την εποχή που η υφαντική τέχνη κυριαρχούσε στα σπίτια της υπαίθρου

Ιδιαίτερο κεφάλαιο στην αφήγησή του αποτελεί η σύνδεση με τη βλάχικη παράδοση και το θείο. Ο κ. Χρήστος αναφέρεται στο «Οντρόγκι», έναν ταπεινό θάμνο των πετρωτών εδαφών, η ρίζα του οποίου φέρει, κατά την παράδοση, την ευλογία του π. Κοσμά του Αιτωλού. Λέγεται πως όταν ο Άγιος πέρασε από το Χαλίκι και λειτούργησε απέναντι από το χωριό στον Άγιο Γεώργιο, υπέδειξε το ξύλο αυτό ως το αληθινό φυλαχτό. Αυτά τα «Οντρόγκι» σκαλίζει ο κ. Χρήστος σε ξύλινα κοσμήματα και φυλαχτά, μεταφέροντας μια πνευματική κληρονομιά αιώνων.

Παρά τη μετοίκησή του στα Φάρσαλα το 1982, μετά την εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας, η καρδιά του παραμένει συντονισμένη με τους ρυθμούς της Πίνδου. Ο χειμώνας είναι η εποχή της μεγάλης παραγωγής στο εργαστήριό του εκεί ο κ. Χρήστος βρίσκει τη γαλήνη πάνω στον πάγκο εργασίας.

Έχοντας διανύσει πλέον οκτώ και πλέον δεκαετίες ζωής, ο Χρήστος Γκέβρος παραμένει ένας άοκνος θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης. Από τις σφραγίδες πρόσφορου μέχρι τον περίτεχνο δίσκο του εθνικού μας νομίσματος —όπου τοποθετημένα μονόδραχμα και πενηντάδραχμα σε περίοπτη θέση αποτυπώνουν την ιστορική μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ— κάθε έργο του αποτελεί μια ζωντανή ψηφίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Ο εντυπωσιακός δίσκος όπου ο τεχνίτης αποτύπωσε τη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ, διασώζοντας τη νομισματική μας μνήμη

Η αναγνώριση αυτής της πολυετούς προσφοράς έχει πλέον καταγραφεί και επίσημα· ο κ. Χρήστος ξεφυλλίζει το λεύκωμα που εκδόθηκε προς τιμήν του πριν από δύο χρόνια, επιδεικνύοντας με τη σεμνή υπερηφάνεια του δημιουργού τους καλλιτεχνικούς κόπους μιας ολόκληρης ζωής. Στην πραγματικότητα, δεν σκαλίζει απλώς ξύλο· σμιλεύει με υπομονή την ίδια την ταυτότητα ενός τόπου που, μέσα από τα χέρια του, αρνείται πεισματικά να λησμονηθεί.

Γ. Γκαντέλος – Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ